............................................................................................................Social & Political Scinces
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
.......................«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

..."Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει νά 'χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό. Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ' τη ζωή. Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη... Νίκος Μπελογιάννης

ΥΦΟΣ

ΥΦΟΣ
............................................................. ΥΦΟΣ Γράμματα, τέχνες, βιβλίο, πολιτισμός

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

Οι επισφαλείς μορφές εργασίας ως τεχνική εξουσίας,


   Ιδέες    

 του Οδυσσέα Αϊβαλή*



    Οι τεχνικές εξουσίας παραμένουν αναγκαίες για την ένταξη της εργατικής δύναμης στην παραγωγική διαδικασία. Η πολιτική τεχνολογία του σώματος βασίζεται στις σχέσεις παραγωγής και στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Το Κράτος εξατομικεύει τα καπιταλιστικά σώματα μέσα από τεχνικές προκειμένου να διαμορφώσει και να καθυποτάξει το πολιτικό σώμα (Πουλαντζάς, 2008:95). Προκειμένου, τέλος, να αναπαραχθεί η εργασιακή δύναμη απαιτείται μια πολιτική στρατηγική που αναλαμβάνει να υλοποιήσει το Κράτος.
    Η άσκηση της εξουσίας έχει στόχο να οριοθετήσει τις ενδεχόμενες συμπεριφορές, να μορφοποιήσει ώστε να συγκροτήσει το επιθυμητό για εκείνη, πεδίο δράσης. Η νεότερη εξουσία μεταφέρει την πολιτική στην παραγωγή και μετατρέπει την οικονομία σε πολιτική διαδικασία (Macherey,2013:87). Με τη γενίκευση της νεοφιλελεύθερης μορφής διακυβέρνησης διευρύνθηκε η «ευελιξία» εργασίας. Η επισφάλεια στην εργασιακή διαδικασία αποτελεί μέσο πειθάρχησης της εργατικής δύναμης και ταυτόχρονα μέσο βιοπολιτικής για την ευρύτερη ρύθμιση του πληθυσμού των εργαζόμενων τάξεων.
    Η επισφάλεια ως τεχνολογία εξουσίας
    Οι επισφαλείς εργασιακές σχέσεις αποτελούνται από ένα ευρύ πλέγμα πρακτικών. Αφορούν κατ' αρχάς τον χρόνο εργασίας (το μειωμένο ωράριο, τις λιγότερες μέρες εργασίας ανά εβδομάδα) αλλά και τον χώρο της εργασίας. Η επισφάλεια αναφέρεται επίσης στις συνθήκες εργασίας, όπως στην εκ περιτροπής εργασία (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δελτία παροχής υπηρεσιών, εργασία με το κομμάτι, ανασφάλιστη και απλήρωτη εργασία). Στις σύγχρονες προωθημένες της μορφές, παίρνει την μορφή των συμβάσεων ανά ημέρα (mini jobs).
    Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, σε συνδυασμό με την αυξημένη ανεργία και τον αποσυνδικαλισμό, εντείνει την εργοδοτική αυθαιρεσία και επιβάλει το διευθυντικό δικαίωμα στην εργασιακή διαδικασία, ενώ αποτελεί τεχνική πειθάρχησης της εργατικής δύναμης στην παραγωγική διαδικασία. Διαμορφώνει φθηνούς εργαζόμενους ως πληθυσμό για τη διευρυμένη αναπαραγωγή, με περιορισμένες δυνατότητες αντίστασης και διεκδίκησης, εξ αιτίας του φόβου της απόλυσης και της ανεργίας.
    Κράτος, συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο και κυβερνητικότητα
    Προκειμένου να προσεγγίσουμε τη σχέση νεοφιλελευθερισμού και επισφάλειας, θα συσχετίσουμε την σχεσιακή προσέγγιση του Πουλαντζά για το κράτος, με τη μαρξική θεωρία του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου και με τις αναλύσεις του Foucault για την κυβερνητικότητα.
    Το κράτος διαδραματίζει κεντρικό οργανωτικό ρόλο καθώς εκπροσωπεί και οργανώνει το μακροπρόθεσμο συμφέρον της αστικής τάξης, ενοποιώντας πολιτικά τα διαφορετικά της τμήματα. Προκειμένου να εξασφαλίσει το γενικό συμφέρον της κυρίαρχης τάξης, το κράτος χαρακτηρίζεται από σχετική αυτονομία (Πουλαντζάς,2008:182-184).
    Παράλληλα, στο επίπεδο της συνολικής καπιταλιστικής οικονομίας, τα συμφέροντα των επιμέρους ατομικών κεφαλαίων, συγκροτούνται μέσω του ανταγωνισμού, σε συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο. Η οργάνωση του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου επιτρέπει στις επιμέρους επιχειρήσεις να λειτουργούν ως ενιαία κοινωνική δύναμη, που κυριαρχεί επάνω στην εργασία (Μηλιός και Σωτηρόπουλος,2012:255-256).
    Η κυβερνητικότητα ως μορφή διακυβέρνησης, συνδέεται με το κράτος και τον έλεγχο που αυτό ασκεί στον πληθυσμό εντός του εδάφους. Το κράτος δομείται μέσω μεταβαλλόμενων πρακτικών διακυβέρνησης, ως συνάρθρωση δηλαδή σχέσεων εξουσίας. Η στρατηγική κωδικοποίηση πρακτικών διακυβέρνησης συγκροτούν καθολικές στρατηγικές της κρατικής εξουσίας, ως αποτέλεσμα των σχέσεων εξουσίας (Jessop,2011:194-196).
    Μπορούμε να διατυπώσουμε το συμπέρασμα ότι η επισφάλεια ως τεχνολογία εξουσίας εξασφαλίζει στο συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο κάθε κοινωνικού σχηματισμού, τη διευρυνόμενη αναπαραγωγή της εκμετάλλευσης της εργασίας. Η τεχνολογία της επισφάλειας εγγράφεται σε κρατικές πολιτικές και αποτελεί αντικείμενο διακυβέρνησης της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παίρνοντας χαρακτηριστικά κυβερνητικότητας, ώστε να καταστεί ο πληθυσμός της εργατικής τάξης διαχειρίσιμος και παραγωγικός, ενώ παράλληλα διασφαλίζεται το μακροπρόθεσμο συμφέρον της αστικής τάξης.
    Η απορρύθμιση της εργασίας με αφορμή την οικονομική κρίση του 2008
    Με την έναρξη της οικονομικής κρίσης αυξάνεται το μερίδιο των ατόμων με συμβάσεις μερικής απασχόλησης, φτάνοντας το 7,7% των απασχολουμένων το 2012.
    Από το 2009 παρατηρείται κατακόρυφη αύξηση των μη ηθελημένα μερικών απασχολουμένων. Το 2012 περισσότεροι από 6 στους 10 μερικώς απασχολουμένους θα επιθυμούσαν να εργάζονται με σύμβαση πλήρους απασχόλησης. Η προώθηση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης οδήγησε σε επιδείνωση των όρων συμμετοχής των εργαζομένων στην αγορά εργασίας, υποχρεώνοντάς τους να αποδεχτούν συμβάσεις μερικής απασχόλησης (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, 2014).
    H Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εντάξει την έννοια της flexicurity (ευελιξία με ασφάλεια) στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση. Ενώ τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής που εφαρμόζονται στην Ελλάδα, ως αποτέλεσμα των δανειακών συμβάσεων με την τρόικα, έχουν ως βασικό πυλώνα τη δραστική απορρύθμιση της ελληνικής αγοράς εργασίας.
    Τα μέτρα απορρύθμισης της εργασίας ξεκίνησαν να εφαρμόζονται αρχικά στα περισσότερο ευάλωτα τμήματα εργαζομένων, στις γυναίκες, στους νέους και στους μετανάστες, προκειμένου σταδιακά να γενικευθούν και να αποτελέσουν κανονικότητα για το σύνολο του κόσμου της εργασίας.
    * * *
    Οι δανειακές συμβάσεις μεταξύ ελληνικού κράτους, Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, επιβάλλουν μεταξύ άλλων, ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων, απελευθέρωση απολύσεων και μειώσεις του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα.
    Το 2014 εργάστηκαν με μερική απασχόληση 320.180 γυναίκες και άνδρες. Αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης είναι η συρρίκνωση της πλήρους απασχόλησης σε αντίθεση με τις θέσεις μερικής απασχόλησης οι οποίες αυξήθηκαν περίπου κατά 52.700. Η ταχεία επέκταση των ελαστικών μορφών απασχόλησης έχει ως αποτέλεσμα ένας στους πέντε εργαζόμενους (20,55%) στον ιδιωτικό τομέα να εργάζεται με ευέλικτες μορφές απασχόλησης (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ,2014: 224).
    Η απορρύθμιση της εργασίας υιοθετείται ευρύτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα επίπεδα μη εθελοντικής μερικής απασχόλησης αυξήθηκαν στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα οι πολιτικές παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, διευκόλυναν την επισφαλή απασχόληση.
    Οι παρεμβάσεις των πολιτικών απασχόλησης στην περίοδο της οικονομικής κρίσης επεκτείνονται επίσης στην επιδότηση της προσωρινής απασχόλησης στο δημόσιο ή τον κοινωφελή τομέα με βασικές επιδιώξεις την παροχή εισοδήματος στους ανέργους με αντάλλαγμα την προσφορά εργασίας (workfare). Το επιχείρημα για την εφαρμογή τωνworkfare είναι η κατάρτιση των ανέργων, παρότι συνήθως απαιτούν περισσότερες κρατικές δαπάνες από την επιδοματική πολιτική και η δημιουργία νέων μόνιμων θέσεων είναι ελάχιστη. Η μισθωτή εργασία μετατρέπεται σε πακέτο εργασίας που προσφέρεται στους ανέργους, όχι για να επιβιώσουν, αλλά για να μπορέσουν να ξαναδουλέψουν, ενώ ο μισθός παίρνει τον χαρακτήρα επιδόματος. Στην ελληνική αγορά εργασίας, οι κύριες μορφές εφαρμογής των workfare είναι τα προγράμματα κοινωφελούς εργασίας, όπου καλύπτονται θέσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση, στην υγεία και στην παιδεία. Επίσης αναπτύχθηκαν οι επιταγές εισόδου στην αγορά εργασίας για άνεργους νέους ως 29 ετών, πεντάμηνη πρακτική άσκηση σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.
    Οι αγορές εργασίας των ευρωπαϊκών χωρών επιδέχονται παρόμοιες απορρυθμίσεις, με αφορμή την οικονομική κρίση, προκειμένου να μεταβληθεί ο κοινωνικός συσχετισμός μεταξύ εργαζομένων και επιχειρηματιών.
    Οι επιπτώσεις από τη γενίκευση της επισφάλειας
    Η επικράτηση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της αβεβαιότητας στους εργαζόμενους που υποαπασχολούνται. Απουσιάζει η εμπιστοσύνη και η δέσμευση στον εργασιακό χώρο, ενώ υπονομεύεται η ένταξη στην κοινότητα εξ αιτίας της συνεχούς αλλαγής χώρου εργασίας και της διαρκούς μετάβασης από το καθεστώς της υποαπασχόλησης στην ανεργία. Η επισφάλεια στην εργασία γίνεται αντιληπτή ως αποτυχία των εργαζομένων και αδυναμία να βελτιώσουν τις συνθήκες της διαβίωσής τους.
    Οι βραχυπρόθεσμοι στόχοι και ο ευέλικτος χρόνος της απορρυθμισμένης ελαστικής εργασίας αποκλείουν τη δυνατότητα συνεχούς αφήγησης της ζωής με βάση την εργασία. Η πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή ως άθροισμα κατακερματισμένων θραυσμάτων από βραχυπρόθεσμες εργασιακές εμπειρίες και κοινωνικές σχέσεις. Η συνεχόμενη εναλλαγή εργασιακών χώρων και η εναλλασσόμενη κατάσταση μεταξύ εργασίας και ανεργίας, έχουν ως αποτέλεσμα την περιορισμένη δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης μέσα από συνδικάτα.
    Αφαιρείται η δυνατότητα σχεδιασμού για το μέλλον, ακόμα και για το άμεσο μέλλον, καθώς υπάρχει η συνεχής κίνηση ανάμεσα στην ανεργία και την εργασία. Είτε εξ αιτίας βραχύχρονων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, είτε επειδή ως υποαπασχολούμενος/η το εισόδημά είναι χαμηλότερο από το επίσημο επίπεδο φτώχειας, εντάσσεται στο καθεστώς του εργαζόμενου-φτωχού. Η καθημερινότητα βιώνεται ανάμεσα στην εργασία και στην ανεργία. Η επισφάλεια αποτελεί καθημερινότητα και αντίστροφα, η καθημερινότητα διαμορφώνεται από την επισφάλεια. Υπάρχουν επισφαλώς εργαζόμενοι που δεν ξέρουν αν θα έχουν εργασία τους επόμενους μήνες και επισφαλώς εργαζόμενοι που δεν ξέρουν ποια στιγμή ακριβώς κατά τη διάρκεια της ημέρας θα τους ζητηθεί να παρουσιαστούν στην εργασία τους. Δημιουργείται ένα φάσμα επισφάλειας που διαφοροποιείται ανάλογα, προκειμένου να μειωθούν οι αμοιβές και να εντατικοποιηθεί η εργασιακή διαδικασία.
    Οι νέες και οι νέοι επισφαλώς εργαζόμενες/οι δεν έχουν συλλογικές αναπαραστάσεις διεκδίκησης από τους χώρους εργασίας τους. Συχνά δεν μπορούν να ενταχθούν σε σωματεία επειδή εργάζονται ανασφάλιστοι, με αποτέλεσμα να βρίσκονται εκτός οποιασδήποτε κοινωνικής ομαδοποίησης.
    ***
    Η επισφάλεια αποτελεί μια μορφή κυβερνησιμότητας που συνδέεται άμεσα με τον νεοφιλελευθερισμό ως συγκεκριμένη μορφή καπιταλισμού. Λειτουργεί ως τεχνολογία εξουσίας, η οποία επικαθορίζει τις σχέσεις εξουσίας στο εσωτερικό της παραγωγικής διαδικασίας, με σκοπό να οργανώσει την αποτελεσματικότητά τους.
    Το πλέγμα της επισφάλειας επικαθορίζει κάθε πτυχή της ζωής των εργαζόμενων, διαμορφώνοντας επισφαλείς και ευέλικτες ταυτότητες, πειθαρχημένη εργατική δύναμη και καθυποταγμένο εργαζόμενο πληθυσμό. Η μεγάλη πρόκληση για τη νέα γενιά εργαζόμενων είναι να αποτρέψει την παγίωση και την κανονικοποίηση της επισφάλειας στην εργασία, που μετατρέπεται σε επισφάλεια για τη διαβίωση και να αντισταθεί στις πρακτικές αποκλεισμού και περιθωριοποίησης τμημάτων της κοινωνίας. Για να επιτευχθεί η αντίσταση από τις/τους νέες και νέους επισφαλώς εργαζόμενες/ους, προϋπόθεση είναι η ενοποίηση τους μέσα από συλλογικότητες, σε αντίθεση με τη νεοφιλελεύθερη αφήγηση του ατομικού δρόμου.

    * Το κείμενο είναι συντομευμένη εκδοχή της ομότιτλης εργασίας που δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Θέσεις (τεύχος 132, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2015).

    _________
    Παραπομπές:
    Foucault, M. (2007)Security, Territory and Population. Lectures at the College de France, 1977-78. HoundmillsPalgrave Macmillan.
    ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, (2014), Η Ελληνική Οικονομία και η Απασχόληση, Αθήνα.
    JessopB. (2011). Κρατική εξουσία: μια στρατηγική-σχεσιακή προσέγγιση. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.
    MachereyP. (2013). Φουκώ & Μαρξ, το παραγωγικό υποκείμενο. Αθήνα: Εκτός Γραμμής.
    Μηλιός, Γ. , Σωτηρόπουλος, Δ. (2012). «Καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και ιμπεριαλιστική αλυσίδα: ο Νίκος Πουλαντζάς απέναντι στις θεωρίες του ιμπεριαλισμού», σ.253-263, στο: Ο Πουλαντζάς Σήμερα, Γολέμης, Χ. και Οικονόμου, Η. (επιμ.). Αθήνα: Νήσος.
    Πουλαντζάς, Ν. (2008). Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αθήνα: Θεμέλιο.


    ______________
    http://rednotebook.gr/2015/10/i-episfalis-morfes-ergasias-os-techniki-exousias-tou-odissea-aivali/

    Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

    Κορνήλιος Καστοριάδης - "Μια ζωή" βιογραφία του από τον Φρανσουά Ντος

    Δοκίμια

    Το πορτρέτο του Καστοριάδη


    Η ανάλυση της σκέψης του κορυφαίου στοχαστή και λεπτομέρειες από τη ζωή του από τον καθηγητή της Ιστορίας των Ιδεών Φρανσουά Ντος

    ~~~~~~~~~~~~


    Francois Dosse
    Καστοριάδης. Μια ζωή
    Μετάφραση Ανδρέας Παππάς.
    Εκδόσεις Πόλις, 2015, σελ. 616, τιμή 22 ευρώ


    Αν αναρωτιέται κανείς πώς ο Κορνήλιος Καστοριάδης έχασε όχι μόνο τα μαλλιά του αλλά και όλη την τριχοφυΐα του, την απάντηση θα τη βρει στην ογκώδη βιογραφία του από τον Φρανσουά Ντος, καθηγητή της Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Paris XII-Creteil. Δεν θα βρει όμως μόνο παρόμοιες λεπτομέρειες που σχετίζονται με έναν από τους εμβληματικότερους διανοουμένους που έγραψαν στη γαλλική γλώσσα τον αιώνα που μας πέρασε. Αλλά η λεπτομέρεια είναι ενδεικτική της πληρότητας που χαρακτηρίζει τη βιογραφία του Ντος, που μας προσφέρει το ολοκληρωμένο πορτρέτο του Καστοριάδη παρακολουθώντας τη ζωή του. Από το πώς έφτασε στη Γαλλία με τους υποτρόφους του Ματαρόα, πώς συνδέθηκε με το τροτσκιστικό κίνημα, πώς ίδρυσε το ιστορικό περιοδικό Σοσιαλισμός και βαρβαρότητα, πώς σε δύσκολους καιρούς άσκησε σκληρή κριτική στο σοβιετικό σύστημα, πώς μελέτησε την αθηναϊκή κοινωνία του 5ου αιώνα και αξιοποίησε τα διδάγματά της στην ανάλυση και στην κριτική του σύγχρονου κόσμου και πώς το έργο και η παρουσία του στον στίβο των ιδεών οδήγησαν στην ανάδυση της αντιαυταρχικής Αριστεράς.  
    Δεν υπάρχει σοβαρή κοινωνιολογική ανάλυση του σύγχρονου κόσμου χωρίς να παραπέμπει στο κλασικό πλέον βιβλίο του Καστοριάδη Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας (1975). Ο Μάης του '68 τις δικές του απόψεις απηχούσε. Και το εύρος των ενδιαφερόντων του ήταν τεράστιο: από την κοινωνιολογία και την πολιτική κριτική ως την Ιστορία και την ψυχανάλυση. Η ανθρώπινη πλευρά του έχει επίσης ενδιαφέρον, όπως και οι διάφορες περιπέτειές του. Στη βιογραφία αυτή όμως έχουμε κυρίως την ανάλυση της σκέψης του κορυφαίου στοχαστή που παραμένει και σήμερα επίκαιρος. Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο για μία από τις μεγάλες προσωπικότητες της ευρωπαϊκής σκέψης που σημαδεύει και μια ολόκληρη εποχή.

    _______________

    Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

    Νίκος Πουλαντζάς. Υπερβαίνοντας την ιδεαλιστική και οικονομίστικη ανάγνωση του μαρξισμού

    Συμπληρώνονται 79 χρόνια από την ημέρα που γεννήθηκε ο Νίκος Πουλαντζάς



    Εβδομήντα και εννέα [79] χρόνια συμπληρώνονται από την ημέρα που γεννήθηκε ο Νίκος Πουλαντζάς (21 Σεπτέμβρη 1936 – 3 Οκτώβρη 1979) και τα τρέχοντα γεγονότα αυτών των ημερών ξαναφέρνουν στην επικαιρότητα το έργο του και τις αναλύσεις του σχετικά με δύο καίρια ζητήματα: το κράτος και τον φασισμό.

    Του Γιώργου Αλεξάτου*

    Δυο ζητήματα στα οποία η συμβολή του στην ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας ήταν εξαιρετικά σημαντική, καθώς αποτέλεσε τομή και υπέρβαση των μέχρι τότε κυρίαρχων αντιλήψεων.
    Ενταγμένος στην Αριστερά από την περίοδο που ήταν φοιτητής στην Αθήνα, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ο Πουλαντζάς διατήρησε σταθερή τη σχέση του με το κομμουνιστικό κίνημα και στη Γερμανία, όπου συνέχισε τις σπουδές του, και στη Γαλλία, όπου αναδείχτηκε πανεπιστημιακός καθηγητής. Μέλος του ενιαίου ΚΚΕ ως το 1968, εντάχθηκε κατόπιν στο ΚΚΕ εσωτερικού, τοποθετημένος σαφώς στην αριστερή του πτέρυγα.
    Επανεξετάζοντας τις πρώιμες αναφορές του στους θεωρητικούς του λεγόμενου «ανθρωπιστικού» ή «υποκειμενιστικού» μαρξισμού (κυρίως τους Λούκατς, Σαρτρ και Γκολντμάν), προσέγγισε το έργο του Γκράμσι και τις αναλύσεις του Αλτουσέρ, επικεντρώνοντας στο ζήτημα του κράτους, έχοντας διαπιστώσει την απουσία μιας σχετικής μαρξιστικής θεωρίας επιστημονικά επαρκούς. Με το έργο του «Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις», που εκδόθηκε το 1968, πραγματοποιεί μια σημαντική τομή, προτείνοντας την υπέρβαση της παραδοσιακής αντίληψης περί «εργαλείου» που χρησιμοποιείται κατά βούληση και συνειδητά από την άρχουσα τάξη. Κατά τον Πουλαντζά, το κράτος, χωρίς να παύει να συνιστά πεδίο άσκησης της πολιτικής εξουσίας της κυρίαρχης τάξης, αποτελεί ταυτόχρονα την «υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα σε τάξεις και μερίδες τάξεων».
    Στη βάση της αντίληψής του βρίσκεται η έννοια της σχετικής αυτονομίας των τριών στοιχείων της κοινωνικής δομής: του οικονομικού, του πολιτικού και του ιδεολογικού. Καθώς το οικονομικό στοιχείο δεν είναι καθοριστικό παρά μόνο σε «τελευταία ανάλυση», όπως έγραφε ο Ένγκελς και τεκμηρίωσε ο Αλτουσέρ, το κράτος δεν εξυπηρετεί παρά τα στρατηγικά συμφέροντα του κεφαλαίου, ενώ διαπερνάται και το ίδιο από αντιφάσεις, που αντανακλούν και τις πιέσεις που δέχεται από το εργατικό και λαϊκό κίνημα.
    Η συγκρότηση μιας μαρξιστικής θεωρίας για το κράτος που υπερβαίνει την «εργαλειακή» αντίληψη, αποτέλεσε και τη βάση για μια μαρξιστική θεωρία για τον φασισμό, κυρίως με το έργο «Φασισμός και δικτατορία». Για τον Πουλαντζά, η μελέτη του φασιστικού φαινομένου υποχρεώνει στην αναγνώριση της σχέσης του με τον ιμπεριαλισμό, ενώ ταυτόχρονα επισημαίνονται οι διαφορές του φασισμού με τις άλλες μορφές των καθεστώτων έκτακτης ανάγκης. Ως κύρια και πολιτικά άκρως σημαντική διαφορά αναφέρεται η συγκρότηση μαζικού λαϊκού «αντεπαναστατικού κινήματος», μέσα από την κινητοποίηση μικροαστικών μαζών που συμμαχούν -ηγεμονευόμενες- με την αστική τάξη ενάντια στην εργατική.
    Ιδιαίτερη υπήρξε η συνεισφορά του Πουλαντζά και στην ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας για τις κοινωνικές τάξεις. Εμμένοντας στη θέση του Αλτουσέρ για την αδυναμία αντιμετώπισης των τάξεων σαν παρεπόμενων των εξελίξεων στο οικονομικό επίπεδο (όπως προκύπτει από τη διάκριση μεταξύ τάξης καθαυτής και τάξης για τον εαυτό της), ο Πουλαντζάς υποστήριξε (κυρίως στο «Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό») ότι η συγκρότηση των τάξεων και η ταξική πάλη αποτελούν μια και μόνη ταυτόχρονη διαδικασία. Όπως γράφει συγκεκριμένα «ο μαρξισμός θεωρεί τις κοινωνικές τάξεις σαν τα κοινωνικά σύνολα στα οποία αναπτύσσονται (ταξικές) αντιφάσεις και (ταξικοί) αγώνες μέσα σε μια και ενιαία κίνηση: Οι κοινωνικές τάξεις δεν υπάρχουν πρώτα ως τάξεις για να μπουν ύστερα στην ταξική πάλη, πράγμα που θα άφηνε να υποθέσουμε ότι υπάρχουν τάχα τάξεις χωρίς πάλη των τάξεων. Οι κοινωνικές τάξεις συμπίπτουν με τις μορφές ταξικής πρακτικής, δηλαδή με την πάλη των τάξεων και βρίσκουν τη θέση τους μόνο μέσα στην αντίθεσή τους».

    Όπως είναι φανερό, ο Πουλαντζάς επιχειρεί με όλο του το έργο να παραμείνει στο έδαφος ενός μαρξισμού επιστημονικού, που έχει ως βάση του τη θέση του Μαρξ ότι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας είναι η πάλη των τάξεων. Απορρίπτει, έτσι, τις οικονομιστικές απόψεις περί προτεραιότητας της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στην ιστορική διαδικασία, καθώς και αυτή η ανάπτυξη υπόκειται στους όρους που διαμορφώνει ο συσχετισμός ταξικών δυνάμεων σε κάθε ιστορική στιγμή.
    Αντικρούονας τις κυρίαρχες στα Κ.Κ. της εποχής του θέσεις που ενέτασσαν στην εργατική τάξη το σύνολο των μισθωτών εργαζομένων, ο Πουλαντζάς υποστήριξε ότι κριτήριο για την ένταξη αυτή αποτελεί η άμεση συμμετοχή στην παραγωγή υπεραξίας. Απέκλειε, έτσι, μια σειρά κλάδων εργαζομένων, κυρίως όσους δεν εργάζονται χειρωνακτικά, εντάσσοντάς τους στη «νέα μικροαστική τάξη». Όσο κι αν η θέση του αυτή επικρίνεται ως εξαιρετικά περιοριστική της έννοιας της εργατικής τάξης, εντούτοις, η διατύπωσή της συνέβαλε στο προχώρημα της σχετικής συζήτησης μεταξύ των μαρξιστών.
    Σοβαρές επικρίσεις δέχτηκαν από διάφορες πλευρές και οι απόψεις που διατύπωσε στο τελευταίο του βιβλίο «Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός». Η προσέγγιση των θέσεων του ευρωκομμουνισμού, με τη σαφή απομάκρυνση από τη θεωρία της δυαδικής εξουσίας και της δικτατορίας του προλεταριάτου, αντιμετωπίστηκαν σαν απόκλιση από τις μέχρι τότε θεωρητικές του τοποθετήσεις.
    Παρόλ” αυτά, και σ” αυτό του το έργο επέμενε στην προοπτική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, στη ρήξη με τον καπιταλισμό, μέσα από έναν δημοκρατικό δρόμο που δεν είναι δημοκρατικός γιατί προσαρμόζεται στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, αλλά γιατί είναι δρόμος μαζών και μαζικών κινημάτων. Η σοσιαλιστική προοπτική, μέσα από έναν τέτοιο δρόμο κοινωνικού μετασχηματισμού δεν γίνεται νοητή ει μή μόνο με την κατοχύρωση και περαιτέρω διεύρυνση των δημοκρατικών κατακτήσεων σε μια κατεύθυνση αμεσοδημοκρατική, που ήδη θα πρέπει να αποτελεί επιδίωξη και των ίδιων των μαζικών κινημάτων. Αυτή την έννοια είχε και η περίφημη φράση του «ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει».

    Βαθύ κόκκινο

    Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

    ΠΛΗΒΕΙΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΑΤΡΙΚΙΩΝ


    Editorial // ΘέσειςΕκτύπωση
    Τεύχος 132, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2015
    ΠΛΗΒΕΙΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΑΤΡΙΚΙΩΝ

    1. Από τα αίτια στα αποτελέσματα
    Πολλοί διερωτώνται τι έκανε την ηγετική ομάδα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ να αλλάξει αιφνιδίως γραμμή πλεύσης. Ενώ φαινόταν ότι ήταν έτοιμη να αποδεχθεί την «οδυνηρή», «έντιμη (ma non troppo)» και πάντως ακολουθούσα τις επιταγές του νεοφιλελευθερισμού συμφωνία (με κάποιες απαλύνσεις προκειμένου να επικυρωθεί από τη Βουλή και να μην προκληθούν έντονες λαϊκές αντιδράσεις), προκήρυξε το αστραπιαίο δημοψήφισμα.
    Η απόφαση αυτή εκφράζει σίγουρα το αγωνιστικό «πνεύμα της Γένοβας» που διέπει μεγάλο μέρος του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και εάν βρέθηκε σε χειμερία νάρκη από το 2012 ως τις τελευταίες μέρες. Αυτό το «πνεύμα» έρχεται σε αντίθεση τόσο με τη στάση στελεχών προηγούμενων «γενεών» του ΣΥΡΙΖΑ όσο και των προερχόμενων από τον πασοκικό και τον επιχειρηματικό χώρο που διαφώνησαν, περισσότερο ή λιγότερο ανοιχτά, κρούοντας κώδωνες κινδύνου, απειλώντας με παραιτήσεις και συστήνοντας εν γένει «σύνεση» και ουσιαστικά συνθηκολόγηση.
    Η κυρίαρχη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, διαμορφωμένη από το Νοέμβριο του 2013, εδράζεται στην πεποίθηση ότι η Ελλάδα μετά την κρίση του 2008 μπορεί να κυβερνηθεί με τον προκρισιακό τρόπο, εάν υπάρξει «κατάλληλη» κυβερνητική βούληση, βασισμένη στη λαϊκή υποστήριξη και σε κάποια εξωτερική στήριξη (ο σύντροφος Ολάντ, ο διαχυτικός Γιουνκέρ, ο ευαίσθητος Ντράγκι). Πρόκειται για κλασική επιλογή ενός αριστερού κόμματος για «ιστορικό συμβιβασμό» και για άσκηση πολιτικής στο πνεύμα μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας που δεν λέει το όνομά της, αλλά δρα με αυτό το σκεπτικό. Αποτέλεσμα ήταν η μετατροπή της κοινωνικής διεκδίκησης σε εθνική με βάση την ιδέα του «ενός έθνους».
    Στην αιτιολογική έρευνα ανήκει και η εξέταση του εξωτερικού μετώπου. Οι «έξω», καίτοι κατανόησαν ορθώς και εκμεταλλεύτηκαν τις αδυναμίες της εθνικομετωπικής επιλογής, πιέζοντας για τη συνέχιση του Μνημονίου με ελάχιστες απαλύνσεις, έκαναν το λάθος να υπερτιμήσουν την υπεροχή τους. Απαίτησαν πλήρη-ταπεινωτικό συμβιβασμό, στοιχηματίζοντας στην αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης που φαινόταν να βρίσκεται σε «ολισθηρό δρόμο». Και έκαναν το σκοινί να σπάσει με την προκήρυξη Δημοψηφίσματος.
    Ωστόσο, η περί αιτίων και κινήτρων συζήτηση για το ποιος, πώς και γιατί έδρασε στη συγκεκριμένη συγκυρία είναι μικρής σημασίας. Στην ταξική αντιπαράθεση λαμβάνονται ενίοτε πολιτικές αποφάσεις που η αλυσίδα των αποτελεσμάτων τους είναι πιο σημαντική από την αλυσίδα των αιτίων και κινήτρων τους.
    Η απόφαση για το Δημοψήφισμα του 2015 ανήκει σε αυτές (και δικαιολογεί το κεφαλαίο Δέλτα). Από ιστορική άποψη, όλα τα ως τώρα δημοψηφίσματα στην Ελλάδα αφορούσαν τη διατήρηση ή μη της μοναρχίας και είχαν προδεδομένο αποτέλεσμα (κάτι που συνέβη και στην παρωδία των δημοψηφισμάτων της χούντας). Με το Δημοψήφισμα του 2015 για πρώτη φορά ο λαός εγκαλείται ως άμεσα αποφασιστικό σώμα. Διεξάγεται λυσσαλέα προεκλογική αντιπαράθεση, υπάρχουν αμφίρροπα προγνωστικά στις δημοσκοπήσεις και τελικά ο λαός αποφασίζει «Όχι» με κυριολεκτικά συντριπτική πλειοψηφία.
    Πιο σημαντικό είναι το ότι το Δημοψήφισμα αναδιάταξε το σκηνικό. Συνέτριψε την προηγούμενη κατανομή δυνάμεων, αναδεικνύοντας νέα μέτωπα «φίλων» και «εχθρών». Η κυβέρνηση χάνει τη συμπάθεια ορισμένων δεξιών πολιτικών, τραπεζιτών και αρκετών μεγαλοκαπιταλιστών που (προσ)έβλεπαν στον ΣΥΡΙΖΑ (ως) μια ήπια σοσιαλδημοκρατική παράταξη. Και, όπως είπαμε, υπήρξε και εξακολουθεί να υπάρχει η αποστασιοποίηση κομματικών στελεχών από τη νέα, «επικίνδυνη» γραμμή.
    Από την άλλη πλευρά, η πολιτική νίκη αναδεικνύει τον ΣΥΡΙΖΑ ως τον αδιαμφισβήτητο πολιτικό ηγεμόνα στο εσωτερικό της χώρας. «Δένει» όλες τις πολιτικές κινήσεις στο άρμα του, με εξαίρεση μικρές αριστερές ομάδες και το πλήρως αυτιστικό ΚΚΕ. Είναι δύσκολο να εντοπίσουμε αντίστοιχη πολιτική ηγεμονία χωρίς αντίπαλο στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας, αν εξαιρέσουμε τη σύντομη περίοδο του «Καραμανλής ή τανκς» μετά την πτώση της χούντας.
    Πρόκειται για τέλος της Μεταπολίτευσης και για παγίωση ενός λαϊκού μετώπου; Δεν υπάρχουν στοιχεία για τέτοιες προβλέψεις. Οι πολιτικές βεβαιότητες είναι τρεις: πρώτον, τα μεγάλα κόμματα της Μεταπολίτευσης βρίσκονται υπό διάλυση από πλευράς προσωπικού, στρατηγικής και λαϊκής απήχησης, δεύτερον, δεν διακρίνεται κανείς που να μπορεί να αμφισβητήσει βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα την ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ και, τρίτο και κυριότερο, ότι οι μάζες βρίσκονται στο προσκήνιο, τόσο ως παράγοντας άμεσης πολιτικής δράσης όσο και ως διεθνώς σημαντικό επιχείρημα («ο ελληνικός λαός θέλει...»).
    Αυτή η εξέλιξη έκανε τον υπέργηρο Φιντέλ Κάστρο να στείλει εκτενές μήνυμα στον Αλέξη Τσίπρα με τη φαινομενικά παράδοξη αναφορά στον διεθνοπολιτικώς εγγυητικό ρόλο του Κόκκινου Στρατού της ΕΣΣΔ και της Κίνας, που σήμερα φαίνεται να αναλαμβάνουν χώρες σαν την Ελλάδα ως παράδειγμα δημοκρατικής και φιλολαϊκής πολιτικής.1 Και η ίδια εξέλιξη δημιουργεί αντιδράσεις πανικού στο αστικό προσωπικό, όπως η εκφραζόμενη στην ανθολογική δήλωση του κ. Janis Reirs, υπουργού Οικονομικών της Λετονίας: «Οι Λετονοί δεν καταλαβαίνουν τους Έλληνες. Είναι έκπληκτοι» (7-7-15).
    Όλοι κατάλαβαν όμως τι δεν κατάλαβαν «οι Λετονοί». Γιατί το ζήτημα δεν είναι η ορθή δόση νεοφιλελευθερισμού ή το κατά πόσον ο καθηγητής Krugman έχει λειτουργικότερες ιδέες για τον καπιταλισμό από τους Ευρωπαίους συναδέλφους του. Με το Δημοψήφισμα, το ισχυρό επιχείρημα της δημοκρατίας-πλειοψηφίας μπορεί να χρησιμοποιείται αποτελεσματικά εναντίον των εκπροσώπων της κυρίαρχης τάξης.


    2. Η ταξικότητα της ψήφου

    Η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού, είναι η συνεχής αναδιάταξη ενός συσχετισμού δύναμης μεταξύ των δρώντων πολιτικών υποκειμένων (κομμάτων, κρατικών μηχανισμών, κινημάτων κλπ.). Πρόκειται για ένα συσχετισμό δύναμης που σε τελευταία ανάλυση αντανακλά τα αντιτιθέμενα συμφέροντα που διαπερνούν την ελληνική (και κάθε άλλη ταξική) κοινωνία.
    Το Δημοψήφισμα αποτέλεσε την αφετηρία για μια ταξική σύγκρουση Πληβείων εναντίον Πατρικίων με ανοιχτό τρόπο. Αυτό έγινε σαφές στην προεκλογική εβδομάδα, στο εκλογικό αποτέλεσμα και στη διεθνή ένταση που βρίσκεται σε εξέλιξη αυτή τη στιγμή και έχει ως διαρκώς δονούμενο επίκεντρο την ελληνική ταξική αντιπαράθεση.
    Εδώ χρειάζεται προσοχή. Ο χάρτης της Ελλάδας βάφτηκε μονοχρωματικά κόκκινος το βράδυ της 5ης Ιουλίου. Όλες ανεξαιρέτως οι εκλογικές περιφέρειες ψήφισαν «Όχι». Οι Έλληνες φαίνεται να είπαν, στην πλειονότητά τους, «άει σιχτίρ» στα μνημόνια, στα κόμματα και στα κανάλια που υποστήριζαν το «Ναι». Ωστόσο αυτή η χρωματικά ορθή διαπίστωση δεν προχωρεί πιο πέρα από το βασικό ιδεολόγημα των αστικών κρατών. Αποδέχεται δηλαδή το ότι υπάρχει «μία» Ελλάδα, η οποία αναπτύσσεται, χρεοκοπεί, υποφέρει, αναστενάζει, αντιστέκεται αδιαλείπτως (λόγω DNA) ή ό,τι άλλο.
    Πρόκειται για την ιδεολογία του κοινού συμφέροντος και της εθνικής ενότητας που θεμελιώνει την αστική ηγεμονία στις ταξικές κοινωνίες, χρησιμοποιώντας τον εθνικισμό ως βασικό εργαλείο πολιτικής κάλυψης των αντιφάσεων. Πρόκειται για ιδεολογία θεωρητικά σαθρή και εμπειρικά διαψευδόμενη σε οποιαδήποτε στιγμή. Και όμως συνιστά τον κυρίαρχο τρόπο σκέψης και το βασικό κίνητρο δράσης. Διαποτίζει δε τον κυβερνητικό λόγο και μεγάλο μέρος των λεγομένων από το πολιτικό προσωπικό του ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχει και ένα εύγλωττο σύμβολο. Από τον Ιανουάριο εμφανίσθηκαν χιλιάδες φωτογραφίες και βίντεο του Έλληνα πρωθυπουργού στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ολόκληρου του κόσμου. Σχεδόν πάντα βρίσκεται πίσω του μια ελληνική σημαία ή κάποια φλου αρτιστίκ γαλανόλευκη σύνθεση.
    Δεν ψήφισαν όμως οι Έλληνες εν γένει «Όχι». Δεν διαπνέονται όλοι αδιακρίτως από τα ίδια γαλανόλευκα και/ή ευρωπαϊκά αισθήματα. Πίσω από τον κατακόκκινο χάρτη διαπιστώνουμε πως το «Ναι» έλαβε στην Α΄ Αθηνών 46,8%, έναντι 41,9% στη Β΄ Αθηνών. Στην Α΄ Πειραιώς το «Ναι» έφτασε σε 40,5% και στη Β΄ Πειραιώς μόλις στο 27,5%.
    Σε μικροεπίπεδο, περιοχές της Αττικής, με απόσταση λίγων χιλιομέτρων μεταξύ τους, εμφανίζουν ποσοστά με τεράστια απόκλιση, ανάλογα με το εισόδημα των κατοίκων τους. Οποία σύμπτωσις: Στην Εκάλη οι «ευρωπαϊστές» ήταν το 84% των ψηφοφόρων, στο Διόνυσο 70%, στη Βουλιαγμένη 66%, στην Κηφισιά 65% και στη Βούλα 63%. Σε λαϊκές συνοικίες είχαμε ποσοστά σχεδόν ομοφωνίας στο «Όχι», με 79% στο δήμο Ασπροπύργου και πάνω από 70% στη Φυλή, στο Πέραμα, στις Αχαρνές, στη Δραπετσώνα, στη Νίκαια, στην Αγία Βαρβάρα, στην Ελευσίνα, στη Λαυρεωτική, στον Ταύρο, στο Αιγάλεω και στο Περιστέρι.
    Αυτό σημαίνει ότι τα λαϊκά στρώματα είδαν στο Δημοψήφισμα την ευκαιρία να συσπειρωθούν στο «Όχι», εκφράζοντας με κατηγορηματικό τρόπο την απαίτησή τους να ανατραπούν οι πολιτικές λιτότητας, να δοθεί προτεραιότητα στις κοινωνικές ανάγκες, ενάντια στις ανάγκες κερδοφορίας του κεφαλαίου.
    Από την πλευρά τους, οι κυρίαρχες τάξεις και τα στηρίγματά τους, τα εύπορα στρώματα των μεσαίων τάξεων, συσπειρώθηκαν με τον ίδιο φανατισμό στο «Ναι», όχι επειδή τους παραπλάνησε η γλοιώδης προπαγάνδα των ιδιωτικών ΜΜΕ ότι το διακύβευμα του Δημοψηφίσματος ήταν «ναι ή όχι στην Ευρώπη», αλλά διότι γνωρίζουν ότι το «Ναι» στο νεοφιλελευθερισμό εξυπηρετεί μεσοπρόθεσμα τα συμφέροντά τους.
    Το Δημοψήφισμα του 2015 ήταν η προσπάθεια για φυγή προς τα εμπρός εν όψει του αδιεξόδου της κυβερνητικής διαχείρισης και της στρατηγικής για διαπραγμάτευση στο πεδίο του νεοφιλελευθερισμού. Με δεδομένη τη σιωπηλή παρουσία ενός συμβολαίου με τους Πληβείους, το Δημοψήφισμα αποκαλύπτει την αντίφαση, το σχίσμα των σύγχρονων κοινωνιών καθώς και το απωθημένο της κυβερνητικής διαχείρισης. Δημιουργεί τη μάζα που κοχλάζει στην πλατεία Συντάγματος.
    Η έγκληση των μαζών να τοποθετηθούν και η άμεση ανταπόκρισή τους, η απελπισία που εξέφρασαν απέναντι σε ένα «αριστερό μνημόνιο», το οποίο αντιλαμβάνονται ως ταφόπλακα των προσδοκιών για ανεκτό επίπεδο ζωής απελευθερώνει το «μη ωριμασμένο» τμήμα των κοινωνικών αιτημάτων, δηλαδή το «τμήμα-μέρος» που είχε αποκλεισθεί από τη διαπραγμάτευση.
    Το Δημοψήφισμα έδειξε, με την κίνηση του πλήθους, τη σχάση της κυβέρνησης «εθνικής ενότητας» που διαμόρφωσε ο «ωριμασμένος» ΣΥΡΙΖΑ. Τα ερωτήματα και οι φόβοι της 6ης Ιουλίου, μέρα στην οποία γράφεται αυτό το κείμενο, και των επόμενων εβδομάδων είναι πάμπολλα. Υπάρχει ο φόβος που αισθάνονται οι μάζες απέναντι στις απειλές για κατάρρευση, ασφυξία και εντέλει για επιβολή σεναρίων Papadimos reloaded. Αλλά υπάρχει και ο εμφανής πανικός της αστικής τάξης και των πολιτικών διαχειριστών της απέναντι στους «δρόμους», στην προοπτική να υπάρξει παρατεταμένη λαϊκή αντίδραση στην Ελλάδα και εξάπλωσή της στην Ισπανία και αλλού.
    Η δυναμική του «Όχι» έχει αυτονομηθεί από τους σχεδιασμούς και τα σενάρια των κυβερνήσεων. Υπήρξε μια ρωγμή που μπορεί να προκαλέσει ανατρεπτικά αποτελέσματα παρά την επιχείρηση επανεμβάπτισης της κοινωνικής διαίρεσης στη κολυμβήθρα της εθνικής διεκδίκησης με τη σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών. Το ζητούμενο είναι η λαϊκή εγρήγορση της παρούσας στιγμής να καταδείξει τα απωθημένα συμφέροντα των υποτελών τάξεων και να αποκρυσταλλωθεί σε μια στρατηγική άμεσων και αποτελεσματικών ρήξεων με τα συμφέροντα της ολιγαρχίας και του κεφαλαίου στο εσωτερικό της χώρας.
    Αρχίζοντας από τη θέσπιση ενός φορολογικού συστήματος που δεν θα είναι μονομερώς αντιλαϊκό ούτε θα ανέχεται εν τοις πράγμασι τη φοροδιαφυγή του κεφαλαίου. Και συνεχίζοντας με την αναδόμηση του κοινωνικού κράτους στη θέση του πάρτι των εξοπλισμών και της ενίσχυσης των κατασταλτικών μηχανισμών και με τη σταθερή οργάνωση όρων αναδιανομής, πλούτου, εισοδημάτων και ισχύος, προς όφελος των υποτελών τάξεων. Εξίσου αναγκαία είναι μια σταθερή διαπραγματευτική γραμμή με τους θεσμούς που εκπροσωπούν τους δανειστές και την ΕΕ, ώστε η όποια συμφωνία για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών του ελληνικού Δημοσίου να μην βραχυκυκλώνει τη στρατηγική ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών.
    Ο ρεαλισμός λέει ότι το εγχείρημα αυτό είναι δύσκολο. Για κάποιους ακατόρθωτο. Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε την ενέργεια που μπορεί να εκλυθεί από τη συνάντηση δύο διαδικασιών: εννοούμε τη διατήρηση της κινηματικής δυναμικής στο εσωτερικό ως ταξική αντίθεση στη στρατηγική «εθνικής ενότητας» και, παράλληλα, την ανάπτυξη κινημάτων κοινωνικής αλλαγής σε άλλες χώρες της Ευρώπης.


    7.7.15
    ____________

    Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

    Έρευνα του περιοδικού critica - Ρατσισμός και ακροδεξιά στη Γερμανία

     ΙΔΕΕΣ // ΕΡΕΥΝΑ  


      Μέλη της νεολαίας του κόμματος DIE LINKE, μαζί με ανένταχτους/-ες της αριστεράς, εκδίδουν το εξαιρετικό περιοδικό critica, το οποίο απευθύνεται στους φοιτητές και τις φοιτήτριες των γερμανικών πανεπιστημίων. Με κύριο στόχο τον δημοκρατικό έλεγχο, την παρέμβαση στη γνώση και την ενίσχυση του φοιτητικού κινήματος, τα υψηλού επιπέδου κείμενα του περιοδικού δεν περιορίζονται μόνο εκεί, αλλά περιλαμβάνουν έρευνες και κριτικές αναλύσεις της ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης στη Γερμανία. Στο καινούργιο τεύχος (14/2015), στις σελίδες 8-9, δημοσιεύεται μια πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα, διαρθρωμένη σε ξεχωριστά σημειώματα και εμπλουτισμένη με στατιστικά στοιχεία από τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες, για τον ρατσισμό και την πολύμορφη γερμανική ακροδεξιά. Στο Red Notebook, παρουσιάζετε μια σύνοψη αυτής της έρευνας, που αξίζει ευρύτερης προσοχής.


      Στην εισαγωγή της έρευνας, η συντακτική ομάδα αναφέρει: «πρωτοβουλίες βάσης, ακροδεξιές οργανώσεις, οι Pegida, κόμματα όπως η AfD και η CSU-οι μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται ο ρατσισμός είναι ποικίλες. Το φάσμα εκτείνεται από την ακροδεξιά τρομοκρατία της NSU και τις διάχυτες εχθρικές συμπεριφορές του αστικού «μεσαίου χώρου» μέχρι τις ακαδημαΐζουσες αερολογίες σχετικά με ιστορικο-πολιτισμικά επιβεβλημένη ασυμβατότητα διαφορετικών «πολιτισμικών κύκλων». Η διάδοση ακροδεξιών ιδεολογημάτων διαπερνά σε ανησυχητικό βαθμό όλες τις ομάδες του πληθυσμού. Συχνά ο ρατσισμός επικεντρώνεται σε συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως πρόσφυγες, μουσουλμάνους και Ρομά».
      Ο Johannes Drieschner αποτιμά στο σημείωμά του την νεοφιλελεύθερη ακροδεξιά AfD («Εναλλακτική για τη Γερμανία»), η οποία παρουσιάζει πολλές αναλογίες με το εγχώριο «Ποτάμι». Ο Drieschner εντοπίζει την προγραμματική ταυτότητα της AfD στον σκληρό νεοφιλελευθερισμό αφενός, την ξενοφοβική απεύθυνση προς την αστική τάξη αφετέρου και παρουσιάζει τις τρεις πτέρυγες του μορφώματος: «1) Οι τεχνοκράτες οικονομολόγοι περί τον Μπερντ Λούκε, ο οποίος απαιτούσε ήδη από το 2005, ως επικεφαλής της «Έκκλησης του Αμβούργου», περαιτέρω εκδίπλωση της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας. 2) Ο σκληρά συντηρητικός κύκλος γύρω από τη χριστιανή φονταμενταλίστρια και πολέμια των εκτρώσεων, Μπέατριξ φον Στορχ. 3) Η εθνικιστική και ανοιχτά ακροδεξιά πτέρυγα γύρω από την Φράουκε Πέτρυ και τον Αλεξάντερ Γκάουλαντ. Οι φραξιονιστικές αντιπαραθέσεις κλιμακώνονται διαρκώς, διότι η ακροδεξιότερη πτέρυγα συμπεριφέρεται ολοένα και πιο επιθετικά». Η AfD υποστηρίζει ότι «στην εκτεταμένη κοινωνική ανασφάλεια των τελευταίων δεκαετιών δεν πρέπει να αντιπαρατεθούν μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης, αλλά περισσότερη οικονομία της αγοράς και περισσότερη ανταγωνιστικότητα, μαζί με πατρίδα, οικογένεια και παράδοση». Ο Johannes Drieschner καταλήγει: «αυτό δεν είναι εναλλακτική, αλλά οξύτερη συνέχεια. Όλοι αυτοί οι παράγοντες ενοποιούνται από την κοινή βασική ιδέα περί ανισότητας των ανθρώπων».
      Στο δικό της σημείωμα, η Romina Schrötel εκθέτει τις ρατσιστικές και ακροδεξιές τάσεις της συγκυβερνητικής CSU, η οποία «βρίσκεται τακτικά στο επίκεντρο της επικαιρότητας με ξενοφοβικές απαιτήσεις». «Για παράδειγμα», αναφέρει η Schrötel, «με τα «διόδια για ξένους» (που εν τω μεταξύ συγκαλύφθηκαν σαν «εισφορά υποδομών»), με την υποχρέωση να ομιλούνται στο σπίτι μόνο γερμανικά ή με τον πανικό περί εισβολής προσφύγων από το Κόσοβο». Και συνεχίζει: «ο πρόεδρος του κόμματος, Χορστ Ζέεχοφερ, πήρε την έκφραση «δεν είμαστε η υπηρεσία κοινωνικής πρόνοιας του πλανήτη» για ακόμα μια φορά από προεκλογικό πλακάτ της φασιστικής NPD». Όπως επισημαίνει η Romina Schrötel, «η CSU αυτοσκηνοθετείται κιόλας σε κυματοθραύστη της απειλής από την ακροδεξιά. Είναι, όμως, η ρατσιστική κορυφή της απειλής. Οι αρχές της CSU, καθεαυτές, είναι ο κοινωνικός αποκλεισμός και η περιθωριοποίηση. Η κατασκευή του βαυαρικού τοπικισμού πανηγυρίζεται λαϊκιστικά, ώστε το κόμμα να διατηρεί την ισχύ του. Οι εμπρηστικές κουβέντες καπηλειού γίνονται του σαλονιού και μεταφέρονται μέχρι το επίπεδο της ομοσπονδιακής πολιτικής». Στην κατακλείδα του σημειώματος, η Romina Schrötel εξηγεί πως η εξέλιξη της CSU «δεν σταθεροποιεί απλώς τη ρατσιστική κανονικότητα, αλλά την κορυφώνει».
      Ο Jules-Jamal El-Khatib ανατέμνει την περίπτωση των περιβόητων Pegida, που «ξεκίνησαν σαν μια μικρή κίνηση με 350 υποστηρικτές στη Δρέσδη» και «εξελίχθηκαν μέσα σε λίγους μήνες στο μεγαλύτερο ακροδεξιό μαζικό κίνημα από την εποχή της γερμανικής επανένωσης». Ο El-Khatib υπογραμμίζει ότι «η γενέτειρα των Pegida, η Σαξωνία, θεωρείται ως ένα από τα δεξιότερα ομοσπονδιακά κρατίδια. Η CDU κυβερνά εκεί συνεχώς από την πτώση του τείχους και μετά. Επί χρόνια, τα ΜΜΕ και πολιτικά κόμματα υποδαυλίζουν τις προκαταλήψεις εναντίον των μουσουλμάνων, καθιστώντας τους αποδιοπομπαίους τράγους των κοινωνικών προβλημάτων». Ο El-Khatib, όμως, αναλύει και τη λιγότερο γνωστή στην Ελλάδα περίπτωση των «Χούλιγκανς εναντίον του σαλαφισμού» («Hooligans gegen Salafismus» ή Hogesa): «οι Hogesa κινητοποίησαν τον Οκτώβριο του 2014 πολλές χιλιάδες ακροδεξιών χούλιγκανς και νεοφασιστών στην Κολωνία. Ήταν μια από τις μαζικότερες εκδηλώσεις ακροδεξιών στα δυτικά κρατίδια κατά την τελευταία δεκαετία». Σύμφωνα με τα στοιχεία του σημειώματος, «οι Hogesa ανάγονται στην κοινή δράση ακροδεξιών ομάδων χούλιγκανς και ναζιστών από την περιοχή του Ρουρ. Το πρότυπο των Hogesa είναι η αγγλική EDL (English Defense League), μαχητική ομοσπονδία από ακροδεξιές οργανώσεις και χούλιγκανς της Μεγάλης Βρετανίας». Στην κατακλείδα του σημειώματος ο Jules-Jamal El-Khatib επισημαίνει ότι μέλη των Hogesa έχουν κατ’ επανάληψη προσπαθήσει να κάψουν δημοσίως το Κοράνι, ενώ στις συγκεντρώσεις τους κύριο σύνθημα είναι το «έξω οι ξένοι».
      Τι συμβαίνει, όμως, με τους συντηρητικούς φοιτητικούς συνδέσμους και ομίλους («Burschenschaften») στα γερμανικά πανεπιστήμια των ελίτ; Ο Tilman von Berlepsch τούς προσδιορίζει στο σημείωμά του ως «συνδετικό άξονα μεταξύ των συντηρητικών και των ναζιστών» και ως «εισηγητές αντιδραστικών ιδεολογημάτων στα πανεπιστήμια». Και συνεχίζει: «εντοπίζονται κυρίως σε παραδοσιακές πανεπιστημιουπόλεις, όπως η Χαϊδελβέργη. Ενώ πολλοί σύνδεσμοι κρατούν αποστάσεις από τα ναζιστικά μορφώματα, η ανοιχτά ακροδεξιά DB («Deutsche Burschenschaft») καλλιεργεί συστηματικά επαφές. Έτσι, συζητούν περί «αποδείξεων άριας καταγωγής» για τα μέλη και για την «παραδοσιακή έννοια της πατρίδας». Δεν αναγνωρίζουν τα σύνορα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και διεκδικούν τμήματα της Πολωνίας. Όλοι οι σύνδεσμοι είναι ξεκάθαρα αντιφεμινιστικοί. Όταν γίνονται δεκτές γυναίκες, υποβιβάζονται σε συνοδούς, ακροάτριες ή σεξουαλικά αντικείμενα. Η κριτική έρευνα βλέπει στους συνδέσμους το εργαστήριο για μια εθνικιστική γερμανική ελίτ με στρατιωτικό ήθος. Ο ισχυρισμός τους ότι είναι απολιτικοί, είναι προσχηματικός. Ο ιστορικός αναθεωρητισμός, ο εθνικισμός, η αυταρχική συμπεριφορά, ο σεξισμός και η ομοφοβία δεν είναι απολιτικά στοιχεία, αλλά αντιδραστικά ιδεολογήματα».
      Τέλος, στην έρευνα του περιοδικού critica παρουσιάζονται έγκυρα στατιστικά στοιχεία από τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες, τα οποία αποτυπώνουν την άνοδο των ακροδεξιών ιδεολογημάτων στο «μαγικό βουνό» του γερμανικού μεσαίου χώρου. Παραθέτουμε ορισμένα από αυτά: Σε όλη τη Γερμανία δραστηριοποιούνται 225 ακροδεξιές οργανώσεις, ενώ 5,6% των Γερμανών δηλώνει ανοιχτά ότι έχει ακροδεξιά αντίληψη του κόσμου. 36% των Γερμανών θεωρούν ότι πρέπει να απαγορευτεί η μετανάστευση μουσουλμάνων στη Γερμανία. 56% των Γερμανών έχουν την άποψη ότι οι Σίντι και οι Ρομά είναι επιρρεπείς στην εγκληματικότητα. 76% των Γερμανών απορρίπτουν την επιείκεια κατά την εξέταση αιτήσεων παροχής ασύλου. Καταγράφονται κατά μέσο όρο τρεις επιθέσεις κάθε εβδομάδα σε καταλύματα προσφύγων. Το 2014 σημειώθηκαν 35 εμπρησμοί σε καταλύματα προσφύγων, ενώ την ίδια χρονιά καταγράφηκαν 77 περιπτώσεις κακοποιήσεων σε πρόσφυγες και 118 περιπτώσεις εμπρόθετης φθοράς καταλυμάτων προσφύγων.

      Μετάφραση-επιμέλεια: Νίκος Σκοπλάκης

      ______________
      http://rednotebook.gr/2015/06/ratsismos-ke-akrodexia/

      Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

      Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα Ψυχολογίας σε Αθήνα, Καλαμάτα

      Ο Εκδοτικός Οίκος «Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ»
      Σόλωνος 116, 10681 Αθήνα
      Τηλ 2103833434/2103837303
      ανακοινώνει
      Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα Ψυχολογίας
      σε Αθήνα, Καλαμάτα

      Στην Αθήνα θα δημιουργηθούν 4 τμήματα (κάθε Δευτέρα 3-6 και 6-9) και Τετάρτη ( 3-6 και 6-9), ενώ στην Καλαμάτα ένα τμήμα (Παρασκευή 6-9)

      Επιστημονική εποπτεία:
      Ευστράτιος Παπάνης
      Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου

      Υπεύθυνος ψυχολογικών θεμάτων:
      Γιώργος Παραδείσης
      Ψυχολόγος, MSc

      Γραμματειακή υποστήριξη:
      Έλενα Πρασσά, τηλ. 6940911716
      Διοικητική οργάνωση Καλαμάτας:
      Υπεύθυνη Ολυμπία Φασιλάκη, τηλ. 6986505243

      Έναρξη, Δευτέρα 20 Απριλίου 2015
      Διάρκεια 9 εβδομάδες

      ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ

      1.Εισαγωγή στην Ψυχολογία: Ανακαλύπτοντας τον άνθρωπο μέσα από διάσημα και αμφιλεγόμενα ψυχολογικά πειράματα

      2. Αντίληψη της πραγματικότητας: Πώς αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα και τι είναι τελικά πραγματικό;
      Βιολογία ή Περιβάλλον: Ποια από τα πράγματα που μας επηρεάζουν είναι βιολογικά και ποια είναι κοινωνικά;
      Η πραγματικότητα είναι μία κοινωνική και εγκεφαλική κατασκευή-Οι Βασικές Αισθήσεις. Μπορώ να τις εμπιστευτώ;
      Πως λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος;
      Πώς λειτουργεί η ανθρώπινη μνήμη; Διαταραχές μνήμης και τρόποι ενίσχυσης
      Προσοχή και Αντίληψη: Πόσα πράγματα αντιλαμβανόμαστε και πόσα από αυτά συνειδητοποιούμε;
      Ο εικονικός εαυτός-Το εύρος και το βάθος των κοινωνικών μας δικτύων καθορίζει ποιοι είμαστε

      3. Οι Βασικές Θεωρίες Προσωπικότητας και οι Σχολές Ψυχοθεραπείας

      Τι είναι η ψυχοθεραπεία; Ποια η διαφορά της από τη συμβουλευτική;
      Τι είναι οι μέθοδοι ψυχοθεραπείας που ακούμε συνήθως; (ψυχανάλυση, συστημική, υπαρξιακή, κλπ)
      Τι διαφορές έχουν οι παραπάνω μέθοδοι μεταξύ τους;
      Πότε πρέπει να πάω για θεραπεία;
      Τι είναι φυσιολογικό και τι όχι;
      Πώς να θέτω όρια
      Γίνε ο σύμβουλος του εαυτού σου-Πρακτικές αρχές Συμβουλευτικής και Ψυχολογίας

      4. Διαταραχές της Προσωπικότητας και του Συναισθήματος

      Η παρανοειδής διαταραχή της προσωπικότητας (ανάλυση περίπτωσης)
      Η σχιζοειδής διαταραχή της προσωπικότητας (ανάλυση περίπτωσης)
      Η σχιζότυπη διαταραχή της προσωπικότητας (ανάλυση περίπτωσης)
      Η μεταιχμιακή διαταραχή της προσωπικότητας (ανάλυση περίπτωσης)
      Η δραματική διαταραχή της προσωπικότητας (ανάλυση περίπτωσης)
      Η αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας (ανάλυση περίπτωσης)
      Η ναρκισσιστική διαταραχή της προσωπικότητας (ανάλυση περίπτωσης)
      Η αποφευκτική διαταραχή της προσωπικότητας (ανάλυση περίπτωσης)
      Η εξαρτησιακή διαταραχή της προσωπικότητας (ανάλυση περίπτωσης)
      Η ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή της προσωπικότητας (ανάλυση περίπτωσης)
      Συναισθηματικές Διαταραχές-Κατάθλιψη-Νευρώσεις– Εμμονές- Κρίσεις Πανικού
      Αιτιολογία-Συμπτωματολογία-Ανάλυση περιπτώσεων και Θεραπεία

      5. Διαζύγιο – Νέοι τύποι οικογένειας - Συνεπιμέλεια – Μονογονεϊκότητα

      Η ζωή μετά το διαζύγιο. Πώς να στερεώσω την αυτοεκτίμηση στα ερείπια μιας σχέσης . Οι πυλώνες της αυτοεκτίμησης και ασκήσεις ενίσχυσης
      Συγκηδεμονία-Συνεπιμέλεια (ανάλυση πρόσφατης πανελλήνιας έρευνας)

      6. Οικογενειακά μοντέλα: Από το χθες στο σήμερα
      Η πυρηνική οικογένεια
      Η παιδοκεντρική οικογένεια
      Η συντροφική οικογένεια σήμερα, και οι νέες ανάγκες που προκύπτουν
      Το μοντέλο της πολυσυντροφικότητας
      Σύγκρουση στην οικογένεια
      Ψυχοπαθολογία των ερωτικών σχέσεων
      Οικογενειακή θεραπεία για αμύητους. Ποιες τεχνικές μπορώ να εφαρμόσω στην καθημερινότητα

      7. Ψυχολογία του καθημερινού Εγκλήματος
      -Ο αθέατος διώκτης- Παραφύλαξη
      - Ενδο-οικογενειακή βία και βία σε ομόφυλα ζευγάρια
      - Διαδικτυακή Εγκληματικότητα
      - Κοινωνικές αναπαραστάσεις του εγκλήματος και του παραβάτη
      - Κοινωνιολογία του Εγκλήματος

      8. Πένθος και φόβος θανάτου
      -Τα στάδια του πένθους
      -Πότε το πένθος είναι φυσιολογικό και πότε ενοχικό
      -Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το πένθος και το θρήνο
      -Αρωγή προσώπων που πενθούν

      9. Αντιμετωπίζοντας την ενοχή
      -Πόσο ενοχικοί είστε. Συμπληρώστε την κλίμακα ενοχής (σταθμισμένη σε ελληνικό πληθυσμό)
      - - Τα είδη της ενοχής
      -Ενοχή και Άγχος
      -Ενοχή και Αυτοεκτίμηση

      Σημείωση: Η σειρά παρουσίασης των θεματικών και το περιεχόμενό τους μπορεί να μεταβληθεί, ανάλογα με τις ανάγκες του κοινού ή τη διαθεσιμότητα των διδασκόντων

      Κόστος Συμμετοχής για όλο το Πρόγραμμα:
      70 ευρώ
      για ανέργους και φοιτητές, ειδική προσφορά 50€.
      Περιλαμβάνεται 20%-30% έκπτωση σε όλα τα βιβλία του Εκδοτικού Οίκου Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ (διαδικτυακές παραγγελίες και στο κατάστημα)
      Χορηγείται ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΝΟΝΤΑΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
      *Η καταβολή του ποσού για τη συμμετοχή στο σεμινάριο θα γίνεται είτε:
      με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό EUROBANK EFG, 0026.0180.94.0200058724
      με μετρητά στις Εκδόσεις Σιδέρη, Σόλωνος 116, Αθήνα
      Για την Καλαμάτα: Στην υπεύθυνη Ολυμπία Φασιλάκη

      Χώρος φιλοξενίας για την Αθήνα, Εκδοτικός Οίκος Ι.ΣΙΔΕΡΗΣ, Σόλωνος 116, Αθήνα.
      Τηλέφωνο επικοινωνίας: 210. 3833434
      www.isideris.gr
      www.facebook.com/I.SiderisPublications
      e-mail: contact@isideris.gr

      ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ – ΕΓΓΡΑΦΕΣ
      Έλενα Πρασσά, τηλ. 6940911716
      Για την Καλαμάτα: Ολυμπία Φασιλάκη, τηλ. 6986505243
      και στις Εκδόσεις Σιδέρη, Σόλωνος 116


      Αίτηση εγγραφής
      https://docs.google.com/forms/d/1thP11W4ZYo0c5Y8GPu1U1eQ9d0dGSCUemohRnIsElVQ/viewform?fbzx=4885549087443842208

      Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

      Η εργασία στο απόσπασμα κατά την περίοδο της κρίσης και των μνημονίων

      Γιάννης Κουζής 
      Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο 


      Περίληψη 

      Κατά την περίοδο της κρίσης και των μνημονίων συντελούνται τεκτονικές αλλαγές στο περιεχόμενο των εργασιακών σχέσεων που οδηγούν στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Οι αλλαγές αυτές κινούνται στην ίδια κατεύθυνση, αλλά με εντονότερους όρους υπό το άλλοθι της κρίσης, με τις πολιτικές που καταγράφονται στην Ελλάδα στο πεδίο αυτό από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, δημιουργώντας ένα εντελώς νέο εργασιακό τοπίο. Σε αυτό το πλαίσιο του νέου και πλήρως ευέλικτου εργασιακού προτύπου καταγράφεται η έντονη αμφισβήτηση της τυπικής μορφής εργασίας υπέρ των ευέλικτων εκφράσεών της, η αποδιάρθρωση του συστήματος των συλλογικών συμβάσεων και του τρόπου διαμόρφωσης των μισθών, η άρση της προστασίας από τις απολύσεις, η απελευθέρωση και η ελαστικοποίηση των ωραρίων, καθώς και η σύγκλιση των εργασιακών καθεστώτων στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα με όρους συνολικής υποβάθμισης. 
      kp3Οι εξελίξεις αυτές, που υπηρετούν τις επιλογές μείωσης και συμπίεσης του «εργατικού κόστους» στο όνομα της ανταγωνιστικότητας, συμβάλλουν στη δημιουργία και στην παγίωση μιας νέας κουλτούρας για την έννοια και το περιεχόμενο της εργασίας. Επίσης αποτελούν μέρος ενός πειράματος για την επέκταση των πολιτικών αυτών στον ευρωπαϊκό χώρο που έχει προ πολλού αποδεχθεί εργασιακές απορρυθμίσεις υπό το βάρος των κυρίαρχων νεοφιλελεύθερων δοξασιών.


       Abstract 

      The changes that take place in the field of employment during the period of the crisis and the Memoranda of Understanding in Greece are characterized by a violent shake-up of labour relations in the direction of labour deregulation, which has been recorded in the country progressively, but at a slower pace, since the early 1990s. The period of the Memoranda of Understanding (2010-14) that accompany the crisis presents an opportunity for the rapid intensification of the pace of the “labour market’s” deregulation, to the extent that, 


      Για  τη συνέχεια του άρθρου 
      και να δείτε το τρίτο τεύχος πατήστε εδώ

      Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

      Ο Π. Κονδύλης, ο νέος ελληνισμός και το εθνικό ζήτημα

        ΕΛΛΗΝΕΣ  ΣΤΟΧΑΣΤΕΣ 




      Περιοδικό: Νέος Λόγιος Ερμής τ.10
            
                                                                 A



      Η  ενασχόληση του Π. Κονδύλη με το εθνικό ζήτημα,  τα έθνη εν γένει και  το ελληνικό έθνος ειδικότερα, του χάρισε την πρώτη σημαντική δημοσιότητα στην χώρα μας και του έδωσε την ευκαιρία να τον γνωρίσει ένα κοινό που προηγουμένως δεν είχε ασχοληθεί με το έργο του.
      Βεβαίως το γεγονός αυτό είχε πολλές αρνητικές συνέπειες. Πρώτα-πρώτα δέχθηκε την επίθεση κάποιων δημοσιογράφων  που δεν γνώριζαν ούτε το έργο του, ούτε το τι αυτό εκπροσωπεί. Δεύτερον το μεγαλύτερο μέρος  του κοινού τον ταύτισε με τις όψιμες απόψεις του για το εθνικό ζήτημα, με αποτέλεσμα να ασχοληθούν ελάχιστα με τα υπόλοιπα πολύ σημαντικά δοκίμια του.
      Ο ίδιος απέφευγε συστηματικά την δημοσιότητα, ενώ  είχε μια ριζική απέχθεια για την ελληνική πολιτική και πνευματική  πραγματικότητα με αποτέλεσμα  να στέκεται σε μεγάλη απόσταση από αυτή. Τα έργα του μπορεί να εκδίδονται από αναγνωρισμένους ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, όπως το «Θεμέλιο», η «Γνώση», και η «Στιγμή» αλλά τα δοκίμια του δημοσιεύονται σε περιοδικά με περιορισμένο κοινό, όπως ήταν το «Λεβιάθαν», η «Ίνδικτος», και η «Νέα Κοινωνιολογία», ενώ σπανιότερα δημοσιεύονταν σε εφημερίδες όπως η «Καθημερινή» και το «Βήμα».

      Παρόλα αυτά οι απόψεις του για το εθνικό ζήτημα είναι εξαιρετικά σημαντικές, επίκαιρες και παραμένουν η πλέον διεισδυτική   και διαυγής κριτική της νεοελληνικής κακοδαιμονίας. Χαρακτηρίζονται από την υποδειγματική χρήση της λογικής σκέψης και την λιτή,  ώριμη χρήση της ελληνικής γλώσσας.
      Την εποχή  που ο Κονδύλης ανακαλύπτεται με επεισοδιακό τρόπο από το ελληνικό κοινό, η συντηρητική διανόηση ήταν εντυπωσιακά ανύπαρκτη, ενώ η αντίστοιχη αριστερή στην μεγάλη της πλειοψηφία είχε απορροφηθεί από τους κρατικούς μηχανισμούς, είτε ως βουλευτές ή υπουργοί είτε ως μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας που δεχόταν εισροές από ευρωπαϊκά προγράμματα και πολλών άλλων ειδών παροχές, αλλά και είτε  ως καλοπληρωμένα στελέχη των μέσων ενημέρωσης. Η κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, αντί να οδηγήσει την τελευταία σε ένα σοβαρό προβληματισμό, την ώθησε, εκτός ορισμένων τιμητικών εξαιρέσεων, να αναπαράγει τα αναγκαία ιδεολογήματα της νέας μονοπολικής τάξης  και της παγκοσμιοποίησης  δηλαδή τον κοσμοπολιτισμό, την πολυπολιτισμικότητα και βέβαια την εχθρότητα στο τελευταίο ανάχωμα στην επέλαση του θαυμαστού καινούργιου κόσμου, το έθνος-κράτος. Συγχρόνως η ακαδημαϊκή κοινότητα μετέβαλε το θεσμικό πλαίσιο στο πιο ισχυρό όπλο  της για να αποκλειστούν από αυτή όσοι δεν ανήκουν σε κάποιες συγκεκριμένες συσσωματώσεις (κομματικές, οικογενειακές και άλλες) και δεν αναπαράγανε  ορισμένες συναφείς, προς την «νέα τάξη», αξίες. Το πιο γόνιμο πνευματικό ρεύμα υπήρξε η λεγόμενη «νέο-ορθοδοξία», η οποία όμως σύντομα  θα εξασθενίσει και  θα χάσει την ορμητικότητά της.
      Ο Π.Κονδύλης θα ξεχωρίσει από όλους αυτούς καταρχήν από την ποιότητα και την πρωτοτυπία του έργου του, που θεμελιώνεται στην καθολική και σε βάθος γνώση   αυτού που  έχει αποκληθεί  ευρωπαϊκός πολιτισμός. Η προσέγγιση του έθνους που αναπτύσσει,  δεν στηρίζεται σε ιδεολογικά προαπαιτούμενα, ούτε σε επιρροές από την ορθοδοξία, ή τον «ελληνοκεντρισμό», όπως συμβαίνει σε άλλους στοχαστές. Γι’ αυτό τα πορίσματα του θα αποτελέσουν, έκπληξη πρώτου μεγέθους, για όσους ανέμεναν από αυτό μια στάση περισσότερο ευθυγραμμισμένη προς τον «εξευρωπαϊσμό» και τον «εκσυγχρονισμό», αλλά και απόδειξη ότι η ολοκληρωμένη γνώση του Διαφωτισμού και η αντιμεταφυσική στάση μπορεί να συνάπτεται, χωρίς προβλήματα, με το γνήσιο ενδιαφέρον για το μέλλον του εθνικού κράτους.
      Βέβαια η αντιμεταφυσική  στάση είναι μια σταθερά του έργου του Π. Κονδύλη, που εναρμονίζεται εκτός των άλλων με τον αξιακό σκεπτικισμό. Η ανάλυση του θεμελιώνεται στην υποδειγματική χρήση του ορθού λόγου που λαμβάνει μακροσκοπικά χαρακτηριστικά, αφού μπορεί να διαβλέπει με καθαρότητα τις συνέπειες που  έχουν τα γεγονότα σε επάλληλες σειρές. Κραυγές και ιδεοληψίες  δεν βρίσκουν θέση στον λόγο του, σε αντίθεση με αυτόν των αντιπάλων του, ο οποίος συνήθως  ξεχείλιζε από ύβρεις, προσωπικές προσβολές και απουσία επιχειρημάτων.  Όταν αναλύει την πραγματικότητα δεν είναι ούτε εθνικιστής, ούτε αντιεθνικιστής καθώς η «γνώση των ανθρωπίνων πραγμάτων είναι κατ’ αρχήν δυνατή – υπό την προϋπόθεση μιας συνεπούς αποκοπής από την ηθική-κανονιστική σκέψη»[1]. Συγχρόνως ως παρατηρητής επιδιώκει να τα περιγράφει ψυχρά, χωρίς αξιακές φορτίσεις δεδομένου ότι  η προσχώρηση σε  απόλυτες αξίες «σώζει το γνωστό μας  αξίωμα της κοινωνικής πειθάρχησης και παρέχει στον (έμπρακτα) κυριαρχούμενο την κατά κανόνα επαρκή υποκατάστατη ικανοποίηση, ότι και ο ίδιος, ακριβώς ως κυριαρχούμενος, υπηρετεί την ίδια αρχή όπως ο κυρίαρχος του, παραμένοντας έτσι  από μιαν υψηλότερη σκοπιά ισότιμος με τούτον»[2], αλλά  μας εμποδίζει από την γνώση του πραγματικού  και κατά συνέπεια από την λήψη των κάθε φορά ορθών αποφάσεων.
      Η εξέταση του εθνικού ζητήματος, της θέσης των εθνών στον σύγχρονο κόσμο και ειδικότερα του ελληνικού έθνους  συναντάται σε πολλά κείμενα του, τα οποία είτε έχουν δημοσιευθεί αυτοτελώς είτε αποτελούν το ελληνικό επίμετρο άλλων εργασιών του, με σπουδαιότερη το επίμετρο στην «Θεωρία του πολέμου». Τα πορίσματα στα οποία καταλήγει σφραγίζονται από την συνολική κοσμοθεωρία του, η οποία βλέπει την ύπαρξη ενός κόσμου όπου τα υποκείμενα αγωνίζονται για την αυτοσυντήρηση τους και την διεύρυνση της ισχύος τους και κατά συνέπεια συναντώνται είτε ως φίλοι είτε ως εχθροί. Έχει αποφασίσει, ότι γι’ αυτόν η ύπαρξη του ελληνικού εθνικού κράτους  έχει θεμελιώδη σημασία. Ο αξιακός σκεπτικισμός του δεν τον εμποδίζει να θέτει μια αρχή που μπορεί να μην έχει την ίδια σημασία για κάθε έθνος και παντού αλλά έχει ιδιαίτερη βαρύτητα  για το ελληνικό εθνικό κράτος: οφείλει να θέτει στόχους και να χρησιμοποιεί τα απαραίτητα μέσα για να τους επιτύχει.
      Επί του προκειμένου πολύ διαφωτιστικές είναι σκέψεις του Π.Κονδύλη, που διατύπωσε  απαντώντας στα ερωτήματα του Σ.Τσακνιά. Ομολογεί δύο φορές «ότι με την Ελλάδα με συνδέουν οι υπαρξιακοί εκείνοι δεσμοί που γίνονται πρόδηλοι ακόμα και στον πιο ξεσκολισμένο κοσμοπολίτη όταν διαθέτει επαρκή αυτογνωσία και στοχαστεί σοβαρά πάνω στους παράγοντες που τον διαμόρφωσαν. Ο κοσμοπολιτισμός δεν μου είναι καθόλου ξένος, και είχα την ευκαιρία να τον ασκήσω πρακτικά πολύ περισσότερο από πλείστους όσους παρ’ ημίν, οι οποίοι τον κηρύσσουν θεωρητικά κατακεραυνώντας τον «εθνικισμό» κάθε είδους. Όμως ο αντικειμενικά υφιστάμενος δεσμός μου με την Ελλάδα παρέμεινε πάντοτε υποκειμενικά ενεργός υπό τη μορφή ενός υπαρξιακού και όχι μόνον θεωρητικού ενδιαφέροντας».[3]
        Σημαντικότερη είναι η διαυγής έκθεση της σχέσης του με την ελληνική γλώσσα. Περιγράφει με αριστοτεχνικό τρόπο την διαχρονική της ενότητα, την υπέρβαση την φορμαλιστικής διάκρισης ανάμεσα στην λόγια και δημοτική γλώσσα, την μακρά διάρκεια της και  την εξαιρετική σημασία πού έχει  ανάμεσα στις ευρωπαϊκές γλώσσες. Δίχως αμφιβολία είναι δύσκολο να βρούμε κείμενα που να συνδυάζουν σε τέτοια ποιότητα και πυκνότητα την  ρεαλιστική προσέγγιση με την θερμή κατάφαση  στην αξία της ελληνικής γλώσσας, που περιγράφεται ως  κάτι πολύ περισσότερο από ένα χρηστικό μέσο επικοινωνίας : «μιλώντας για τέτοιες ιδίως μεταφράσεις μου η καρδιά μου χτυπάει εντονότερα, καθώς αναπλάθω την ήδη μακρά ιστορία ενός πολύ προσφιλούς κεφαλαίου της πνευματικής μου ζωής: εννοώ τη σχέση μου με την ελληνική γλώσσα. Είναι η μοναδική, ευρωπαϊκή τουλάχιστον, γλώσσα που έχει πίσω της μιάν αδιάκοπή ιστορία τριών περίπου χιλιάδων ετών και συνάμα πέρασε από ποικίλες μετεξελίξεις και μεταλλαγές. Όμως οι προγενέστερες μορφές της δεν εξανεμίστηκαν, αλλά ζουν ακόμα διαφοροτρόπως μέσα της, ως ιζήματα και στρώματα, που κάνουν τη διαχρονία συγχρονία. Ο Όμηρος και η κλασσική αττική, η κοινή και η λόγια βυζαντινή, η εκκλησιαστική γλώσσα και η γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού και των κρητικών επών, η αρχαΐζουσα και η απλή καθαρεύουσα, η αστική τρέχουσα και τα ιδιωτικά κατάλοιπα – όλα αυτά αποτελούν ακόμα σήμερα πηγές απ’ όπου μπορεί ν’ αντλήσει η γλωσσική καλαισθησία, αλλά και η εκφραστική ανάγκη. Στη μοναδικότητα αυτής της γλώσσας οφείλεται πιστεύω, το κατά τα άλλα παράδοξο γεγονός ότι η νεώτερη Ελλάδα, που τίποτε δεν πρόσφερε στη θεωρητική σκέψη ή στον τεχνικό πολιτισμό, έδωσε και δίνει υψηλή ποίηση∙ την ποίηση τη γεννά-την ξεβράζει, θα έλεγα- από μόνη της η δυναμική της ανεπανάληπτης αυτής γλώσσας. Εξ αρχής την αισθάνθηκα ως ενότητα και τη διάβασα αχόρταγα ως ενότητα, στα μνημεία όλων των εποχών της. Έχοντάς την προδώσει, κατά κάποιο τρόπο, αφού ο ίδιος γράφω σε μια ξένη γλώσσα, μπόρεσα ωστόσο μέσα από την αναγκαστική απόσταση να την κατανοήσω, και μάλιστα να την αγαπήσω, περισσότερο».[4]  Βεβαίως η απόδοση από τον Π.Κονδύλη κυριαρχικής σημασίας στην ελληνική γλώσσα έναντι των ποιητών, που την χρησιμοποίησαν δεν πρέπει να συγχέεται με αντίστοιχες μεταμοντέρνες θέσεις, που εξαφανίζουν τον ρόλο του ποιητή έναντι της γλώσσας εν γένει.
      Στο δοκίμιο με τον τίτλο «Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία»[5], που τέθηκε ως εισαγωγή στο έργο του «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού» και μεταθανάτια εκδόθηκε αυτοτελώς, επιχειρεί να απαντήσει στο γεγονός πως ενώ η νεοελληνική κοινωνία δεν ανέπτυξε αστική τάξη με τα χαρακτηριστικά που αποσαφηνίστηκαν στην Δυτική Ευρώπη, βρέθηκε στο ίδιο χρονικό διάστημα μαζί με τον υπόλοιπο λεγόμενο δυτικό κόσμο να αποκρυσταλλώνει τα στοιχεία του μεταμοντερνισμού και της μαζικής δημοκρατίας, με συνέπειες απόλυτα δραματικές για το ήθος της και τελικά για τις προϋποθέσεις της  ύπαρξή της.  Ο Κονδύλης κλείνει αυτό το δοκίμιο με ένα απαισιόδοξο ύφος, αφού βλέπει να ολοκληρώνεται  η «νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια»[6].
      Η νεοελληνική εκδοχή της μαζικής δημοκρατίας και του μεταμοντερνισμού, η ροπή προς τον ηδονισμό και την μαζική κατανάλωση ακολούθησε την «διάλυση των εντόπιων ιδεολογημάτων, μαζί με τη διεθνή ρευστοποίηση των σαφών ψυχροπολεμικών ιδεολογικών ορίων».[7]Ισχυρίζεται ότι η έλλειψη μίας παράδοσης  σκληρού εργασιακού  ήθους, ευνοούσε «την πνευματική νωθρότητα, τον εξυπνακιδισμό, την ημιμάθεια»[8], ώστε «οι μίμοι και γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης»[9]. Τελικά η νεοελληνική εκδοχή του μεταμοντερνισμού θα λάμβανε εξόχως τραγικά χαρακτηριστικά: «η εκποίηση του έθνους με την υλική έννοια θα συνοδευθεί και από την πλήρη πνευματική του στειρότητα, αν η μεταμοντέρνα σύμφυρση των πάντων με τα πάντα πραγματωθεί αποκλειστικά ως σύμφυρση  μεταξύ κακοχωνεμένων δάνειων στοιχείων και αν η φθορά των ελληνικών, ή εν πάση περιπτώσει εξελληνισμένων, ιδεολογημάτων καταλήξει συν τοις άλλοις σε συρρίκνωση ή εργαλειοποίηση της γλώσσας τέτοια, ώστε να μην μπορεί πια να παραχθεί στον νεοελληνικό χώρο το μόνο προϊόν που –ακριβώς χάρη στη μοναδική δυναμική μιας πολυστρωματικής και παμπάλαιας γλώσσας- έχει παραχθεί ως τώρα σε υψηλή ποιότητα: ποίηση»[10].   
      Ο Κονδύλης συμπεραίνει, σε αντίθεση με τις πρώιμες αναλύσεις του Σκληρού και του Κορδάτου,  ότι στον ελληνικό χώρο δεν διαμορφώθηκε ούτε αστική τάξη με τα χαρακτηριστικά εκείνα που έσπασαν τις πατριαρχικές σχέσεις και την πατριαρχική νοοτροπία και οδήγησαν στην κυριαρχία «του σταθμιστικού και εργαλειακού λογισμού, της απρόσωπης διαμόρφωσης των εργασιακών σχέσεων στη βάση της προσφοράς και της ζήτησης, στην συσσωρευτική πρόθεση με την καπιταλιστική έννοια»[11], αλλά ούτε και αστικός πολιτισμός. Το γεγονός αυτό ερμηνεύεται από την ανυπαρξία στις τουρκοκρατούμενες περιοχές φεουδαλισμού δυτικοευρωπαϊκού τύπου καθώς η «αστική ανάπτυξη και η αστική τάξη, με την ειδοποιό έννοια των όρων, συνιστούσαν ακριβώς τη διαλεκτική άρνηση της φεουδαλικής οικονομικής και κοινωνικής τάξης πραγμάτων και μόνον αυτής- και όπου αυτή έλειπε δεν μπορούσε φυσικά να ανακύψει ούτε και η άρνησή της»[12]. Βεβαίως το ερμηνευτικό σχήμα είναι αναγκαστικά  αρκετά αφοριστικό και επιγραμματικό και παραλείπει ορισμένες καίριες επισημάνσεις του Μάρξ, από έργα που ο ίδιος ο Κονδύλης μετάφρασε και αφορούν την Ελλάδα, την Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα. Πιο συγκεκριμένα, συνοψίζοντας την ανάλυση του Μάρξ και του Ένγκελς, χαρακτηρίζει την οθωμανική αυτοκρατορία, ως στρατιωτικό φεουδαλισμό, ως ανατολική δεσποτεία, που αποκλίνει από τον δυτικό φεουδαλισμό. Η διαφθορά και η δωροδοκία    είναι τα χαρακτηριστικά της ενώ «είναι ασυμβίβαστη με τις στοιχειώδεις απαιτήσεις του καπιταλισμού, αφού εδώ δεν υπάρχει ασφάλεια  ζωής και περιουσίας ικανή να εγγυηθεί μακροπρόθεσμα την συσσώρευση της υπεραξίας∙ αντίθετα ο συσσωρευμένος πλούτος βρίσκεται στην διάκριση των πασάδων και της αυθαιρεσίας του»[13]. Επιπλέον η τουρκική στρατιωτικοπολιτική γραφειοκρατία «δεν συμπεριφέρεται με βάση πάγιους κι απρόσωπους κανόνες και κατά συνέπεια αγνοεί τον θεμελιώδη χωρισμό προσώπου και αξιώματος, οπότε το αξίωμα θεωρείται κατά πρώτο λόγο όχι ως λειτούργημα και ως υπηρεσία προς ένα έννομο κράτος, αλλά αφ’ ενός ως υπηρεσία προς το πρόσωπο του απόλυτου μονάρχη και αφ’ ετέρου ως μέσο πορισμού προσωπικών ωφελημάτων∙ συνάμα οι σχέσεις αξιωματούχων και απλών υπηκόων δεν ρυθμίζονται με βάση γενικούς κι απροσωπόληπτους   νόμους, αλλά σύμφωνα με τις επιταγές ενός άγραφου κώδικα απαρτιζόμενου από τυπικές, συγγενικές και προσωπικές νομιμοφροσύνες, συμπάθειας ή αντιπάθειας»[14]. Για να χρησιμοποιήσουμε την γλώσσα του Κ.Καστοριάδη  η τουρκοκρατία δεν δημιούργησε φαντασιακές θεσμίσεις και ανθρωπολογικούς τύπους παρόμοιους με αυτούς, που στην Δυτική Ευρώπη οδήγησαν στην αποκρυστάλλωση της αστικής οικονομίας και κοινωνίας.
      Ο Κονδύλης, ακολουθώντας σε αυτό το σημείο παρόμοια συμπεράσματα  με αυτά στοχαστών όπως ο Ν.Ψυρούκης, καταλήγει ότι «άτομα και ομάδες του παροικιακού  Ελληνισμού απέκτησαν αξιόλογη οικονομική ισχύ ακριβώς χάρη στη συνύφανση των δραστηριοτήτων τους ή, κυριολεκτικότερα, χάρη στην ταύτιση των συμφερόντων τους με τα συμφέροντα αγγλικών, ιδιαίτερα, μεγάλων εταιρειών. Στο πλαίσιο αυτό μπορούσαν βέβαια να ευημερήσουν, όμως δεν μπορούσαν να παίξουν ρόλους ιστορικά ρηξικέλευθους, παρά επιδόθηκαν κατά πρώτο λόγο σε μεσιτικές και διαμετακομιστικές εργασίες. Αντίστοιχο χαρακτήρα είχε και η μεταφύτευση ενός μέρους της δραστηριότητάς τους στο έδαφος του ελληνικού κράτους, όπου η βιομηχανία και η παραγωγή αγαθών γενικότερα αναπτύχθηκε λιγότερο ή πολύ λιγότερο απ’ ότι η ναυτιλία, το εμπόριο και το τραπεζικό σύστημα»[15].
      Συγχρόνως οξύμωρο ήταν η εισαγωγή σε μια προαστική κοινωνία, των πιο προηγμένων  θεσμών της νεωτερικότητας, δηλαδή της βασιλευομένης δημοκρατίας και της καθολικής ψηφοφορίας. Ο Κονδύλης θεωρεί, σε αντίθεση με τις επικρατούσες στην αριστερά αντιλήψεις, ότι την απουσία αστικής τάξης, θα μπορούσε να υποκαταστήσει ένα ισχυρό κράτος, που όμως θα είχε τα χαρακτηριστικά ισχυρής φωτισμένης δεσποτείας, όπως  αυτή που επιχείρησε να δημιουργήσει στο σύντομο διάστημα που κυβέρνησε ο Ι.Καποδίστριας, παρά ένας κοινοβουλευτισμός «που όχι μόνον ήταν όργανο ιμπεριαλιστικής επιρροής, αλλά και αγωγός των παραδοσιακών, ενάντιων προς τον ριζικό εκσυγχρονισμό πατριαρχικών δομών και νοοτροπιών»[16]. Η απουσία ευδιάκριτων κοινωνικών τάξεων με τα αποσαφηνισμένα χαρακτηριστικά που διαμορφώθηκαν στην Δυτική Ευρώπη, ανέστειλαν μεν τις ισχυρές κοινωνικές συγκρούσεις, που σημειώθηκαν εκεί, δημιούργησε όμως  «μιαν ευρύτατη μάζα μικροαστών και μικροιδιοκτητών»[17], που θα σφραγίσει τον χαρακτήρα του νεοελληνισμού ως τα ύστερα χρόνια της μεταπολίτευσης, ώστε προσφυώς να χαρακτηριστεί, από τον Γ.Καραμπελιά, ως «μικρομεσαία δημοκρατία»[18]. Οι πελατειακές σχέσεις θα δώσουν τον τόνο στο πολιτικό σύστημα και θα ενισχύσουν το φούσκωμα του κράτους και την τοποθέτηση των μερικών συμφερόντων υπεράνω του γενικού συμφέροντος.
      Ο Κονδύλης θεωρεί εν προκειμένω την αδυναμία ταύτισης του ελληνικού έθνους με το νεοελληνικό κράτος, όχι μόνο ως αποτυχία της εθνικής ολοκλήρωσης, αλλά σαν άλλη μία απόδειξη της ανεπαρκούς ανάπτυξης του αστικού στοιχείου, που υποκαταστάθηκε, αντι να υποκαταστήσει, από τα υφιστάμενα πατριαρχικά δίκτυα. Ακολουθώντας κάποια κείμενα του ένα αντικληρικαλισμό, που δεν  δικαιολογείται στην ελληνική περίπτωση, απομειώνει  τον ρόλο της ορθόδοξης εκκλησίας ως ενός από του πιο βασικούς παράγοντες  που διατήρησαν κατά την τουρκοκρατία  την ελληνική ταυτότητα και κατά το μέτρο του εφικτού την παιδεία, θεωρώντας την έναν θεσμό μη εθνικό, που δεν ένοιωσε δυσάρεστα μέσα σε πολυεθνικές αυτοκρατορίες, περιοριζόμενη αυστηρά στον ρόλο της «ως ποιμένα και ταγό χριστιανικών πληθυσμών αναγκασμένων να ζουν κάτω από αλλόθρησκο ηγεμόνα »[19]. Βεβαίως στο έργο του για τον «Νεοελληνικό Διαφωτισμό», αντίθετα προς τα παραπάνω, διακρίνει με σαφήνεια και ιστορική ωριμότητα τον  διαφορετικό κοινωνικό-πολιτικό ρόλο της ορθόδοξης από την καθολική  εκκλησία καθώς και την συμβολή της στην συνοχή του ελληνικού έθνους: «η Καθολική Εκκλησία –ο κύριος στόχος των Ευρωπαίων διαφωτιστών- κινείται ως δύναμη υπερεθνική  στα όρια εθνικών κρατών, τα οποία όφειλαν την εθνική τους ομοιογένεια σε παράγοντες κοινωνικοπολιτικούς και γεωγραφικούς  και όχι θρησκευτικούς, η Εκκλησία η ορθόδοξη λειτουργεί ακριβώς αντίστροφα: μέσα στην τεράστια και πολυεθνική περιοχή, όπου απλώνεται ο μητροπολιτικός και παροικιακός Ελληνισμός, αποτελεί, αντικειμενικά τουλάχιστον, δύναμη εθνικής συνοχής ενάντια σ’ έναν αλλόθρησκο κατακτητή. Έτσι, η στάση των Ελλήνων διαφωτιστών απέναντι στη θρησκεία έχει κοντά στίς παραπάνω γενικές αιτίες έναν πρόσθετο λόγο να είναι εφεκτική. Όταν, ωστόσο, μιλάμε για την εθνική λειτουργία της Ορθοδοξίας δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι η Εκκλησία αντιλαμβανόταν την έννοια του έθνους με τρόπο πατριαρχικό-προαστικό, σε αντίθεση με την αστική-διαφωτιστική αντίληψη, που προσανατολιζόταν στα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα δημιουργίας εθνών-κρατών πάνω στη βάση ορισμένων κοινωνικοπολιτικών δεδομένων».[20] Συμπληρώνει  μάλιστα ότι οι διαφωτιστές είναι αναγκασμένοι να λαμβάνουν υπόψη τους την ουσιαστική ιδεολογική παντοδυναμία της Εκκλησίας, «η οποία, επιπλέον, εκπληρώνει (αντικειμενικά) λειτουργία εθνική»[21].
       Στον στόχο του θα βρεθεί επίσης ο «ελληνοκεντρισμός», μια ιδεολογία που αντιστοιχεί στον προαστικό χαρακτήρα του νεοελληνισμού, που απορρόφησε και συγχρόνως ευνούχισε τις ιστορικές προοπτικές του αστικού εθνικισμού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενώ αποδέχεται τον διαχρονικό χαρακτήρα της ελληνικής γλώσσας, απορρίπτει ορθά την φυλετική καθαρότητα του ελληνισμού, αλλά ατυχώς και τα ευδιάκριτα πολιτιστικά στοιχεία συνέχειας, ενώ κακίζει την αριστερά διότι εγκατέλειψε  την άποψη ότι «το νεοελληνικό έθνος είναι φυλετικό και πολιτισμικό προϊόν των τελευταίων αιώνων και ότι η ιστορία του δεν νοείται έξω από τις συνυφάνσεις της με την ιστορία των υπόλοιπων βαλκανικών εθνοτήτων»[22]. Βεβαίως απαντώντας στην εργασία του Α.Αγγέλου με τον τίτλο Πλάτωνος Τύχαι, θεωρεί ως λανθασμένο το συμπέρασμα του τελευταίου ότι η απουσία πλατωνισμού και πλατωνικών επιρροών κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας,  αποδεικνύει «την έλλειψη συνέχειας της βυζαντινής παράδοσης  και τον αυτόνομο χαρακτήρα της νεοελληνικής σκέψης», διότι υποκαταστάθηκε από την «κυρίαρχη παρουσία του θεολογικά κυρωμένου αριστοτελισμού, ο οποίος, βέβαια, δεν πρόβαλε ως νεοελληνική αντίθεση προς το Βυζάντιο, παρά αποτελεί όψιμο βυζαντινό προϊόν (Σχολάριος π.χ.), που δέσποσε πνευματικά και στην εποχή της Τουρκοκρατίας»[23]. Συνεπώς παρά το γεγονός ότι βλέπει παντού τα τεκμήρια ότι ο ελληνισμός έχει τα χαρακτηριστικά ενός ιστορικού έθνους, η αμφίσημη  υπεράσπιση της σχετικής πρόσφατης ανάδυσης του, εξηγείται από την υιοθέτηση του  αστικού εθνικισμού, που ταυτίζει το έθνος με το κράτος και την κυριαρχία του τελευταίου   πάνω σε εδάφη που έχουν οριοθετηθεί.
      Η σπουδή του, να επικρίνει τον ελληνοκεντρισμό τον οδηγεί  να επικρίνει τον  κλασσικισμό, που νοείται στην παραφθαρμένη μορφή του,  όχι ως προσπάθεια να ξαναπιαστούν ορισμένα θεμελιώδη αρχαιοελληνικά κείμενα,  αλλά  ως ιδεολογική μορφή   που αντιλαμβάνεται την αρχαία Ελλάδα «ως πηγή άντλησης ουσιωδών κοσμοθεωρητικών και βιοπρακτικών απόψεων και επίσης ως πρότυπο, η δημιουργική μίμηση του οποίου φαινόταν ο καλύτερος δρόμος για την αναγέννηση του ελληνικού έθνους»[24]. Κατανοεί όμως ότι ο ελληνοκεντρισμός αν δεν διευρυνόταν ώστε να περιλάβει αφενός την τρισχιλιετή ιστορική συνέχεια του ελληνισμού και αφετέρου την «ουσιώδη ενότητα ελληνικού και χριστιανικού πνεύματος», αν δηλαδή δεν μεταμορφωνόταν σε «ελληνοχριστιανισμό», δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει κοινωνικά τον ρόλο που επιδίωκε. Το τίμημα που θα πληρώσει είναι ότι εκφυλίζεται από εθνική ιδεολογία, που ενοποιεί την κοινωνία και την αντιπροσωπεύει έναντι τρίτων, σε παραταξιακή ιδεολογία, που υπηρετεί τρέχοντες σκοπούς, και  όπου αντιπαρατίθεται «το «ελληνοχριστιανικό πνεύμα της Δύσης» στον «ασιατικό μπολσεβικισμό».[25] Συγχρόνως οι  «χριστιανορθόδοξοι ελληνοκεντριστές », ελάχιστα πρωτότυποι «ανανεώνουν και παραλλάσουν τα θεμελιώδη μοτίβα των σλαβοφίλων και πανσλαβιστών από τις αρχές του 19ου αι., αντιπαρατάσσοντας στην «πνευματική» Ανατολή την «υλιστική» Δύση» και στην «αγάπη» ή στις «δωρεές της χάριτος» τη στεγνή νοησιαρχία των φιλοσοφικών και θρησκευτικών μεταφυσικών δογμάτων»[26]. Στα όρια της ερμηνείας αυτής, ο Κονδύλης συμπεραίνει, ότι η ποίηση αρδεύεται από τον ελληνοκεντρισμό , ακόμη και στην πρωτοποριακή της μορφή, ενώ το μυθιστόρημα περιθωριακά και μόνο  προβάλλει τον αστό «με την πειθαρχημένη ζωή και τους μακροπρόθεσμους στόχους, με την τυπική κύμανση ανάμεσα σε αίσθημα και καθήκον, πατριωτισμό και κοσμοπολιτισμό, πνευματική καλλιέργεια και υλικό πλούτο»[27]. Ορθά τονίζει την φορμαλιστική  και αποπροσανατολιστική διαμάχη ανάμεσα σε καθαρεύουσα και δημοτική, που επενδύθηκε με τα χαρακτηριστικά σύγκρουσης ανάμεσα στην πρόοδο και στην συντήρηση, ενώ για παράδειγμα στον δημοτικισμό  συγκαταλέγονται τόσο ριζοσπαστικοί (Γ. Κορδάτος )  όσο και συντηρητικοί στοχαστές ( Π. Βλαστός ).
      Ο Κονδύλης επισημαίνει ότι τα γεγονότα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και του ελληνικού εμφυλίου, που ακολούθησε, άλλαξαν τα στοιχεία του νέου ελληνισμού που καταχρηστικά ονομάζονταν «αστικά». Πλέον απαρτίζονται «από νεόπλουτους, και μάλιστα νεόπλουτους χάρη  σε εργολαβικές και μεταπρατικές δραστηριότητες, τις οποίες εξέθρεψαν, μετά τη μαύρη αγορά, η «ανοικοδόμηση» και τα «μεγάλα δημόσια έργα» καθώς και η διοχέτευση όλο και μεγαλύτερου όγκου εισαγωγών στην εσωτερική αγορά »[28]. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο λοιπόν ότι τα «όσα συμβαίνουν στα γήπεδα ή στα νυκτερινά κέντρα διασκεδάσεως»[29] καθορίζουν το επίπεδο του πολιτισμού τους  και τους πνευματικούς τους ορίζοντες.  Η μετανάστευση και ο τουρισμός ενσωμάτωσαν περαιτέρω τον νεοελληνισμό στην διεθνή οικονομία  και «κατέλυσαν οριστικά την πατριαρχική κοινωνική διάρθρωση»[30] και έφεραν στην επιφάνεια «ένα όλο και πολυπληθέστερο μεσαίο στρώμα  χαρακτηριζόμενο από τον μιμητικό καταναλωτισμό και από την έπαρση της νεοαπόκτητης ευημερίας και της επίσης νεοαπόκτητης ημιμάθειας»[31]. Επιπρόσθετα το λαϊκό τραγούδι στις διάφορες μορφές του κατέλυσε τις διακρίσεις  ανάμεσα στην λόγια και λαϊκή παράδοση  και δημιούργησαν ένα νέο μείγμα που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της μεταμοντέρνας κουλτούρας ώστε « το ζεϊμπέκικο έγινε «συρτάκι» ή ο τεκές «μπάρ» »[32]. Η δημαγωγία και ο λαϊκισμός ανταποκρίθηκαν στις εξαγριωμένες απαιτήσεις μαζικής κατανάλωσης, από μια κοινωνία που δεν μπορούσε να παράγει ούτε ένα μικρό μέρος αυτών που επιθυμούσε να καταναλώσει, με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος δεν ήταν μόνο το βασικό εμπόδιο στην εθνική και οικονομική ανάπτυξη, αλλά πολύ περισσότερο «ο αγωγός της εκποίησης της χώρας με μόνο αντάλλαγμα τη δική της διαιώνιση, δηλαδή τη δυνατότητά της να προβαίνει σε υλικές παροχές παίρνοντας παροχές ψήφου»[33]. Ο Κονδύλης τονίζει ότι «ο δρόμος της ανάπτυξης είναι ο δρόμος της συσσώρευσης, της εντατικής εργασίας  και της προσωρινής τουλάχιστον (μερικής) στέρησης, ενώ ο δρόμος της (βραχυπρόθεσμης μόνον) ευημερίας είναι ο δρόμος του παρασιτισμού  και της εκποίησης της χώρας»[34]. Η αριστερά μάλιστα υιοθετώντας αδιάκριτα κάθε αίτημα, αρκεί να προβάλλεται από κάποιον που μιλά στο όνομα του «λαού», έχει την δική της ευθύνη στην εκποίηση του τόπου.
      Πριν πούμε κάτι αυτονόητο, ότι δηλαδή ο Κονδύλης είχε προβλέψει με λογικό τρόπο την χρεοκοπία και την πλήρη υποδούλωση της χώρας μας στους δανειστές της, θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι ξετίναξε τις ιδεολογικές βάσεις πάνω στις οποίες θεμελιώθηκαν τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά. Ο ελληνοκεντρισμός,  στην αρχαιοκεντρική ή στην ελληνοχριστιανική του μορφή δέχτηκαν την ανελέητη  κριτική του. Αλλά και έναντι της αριστεράς επιτέθηκε σκληρά. Κατέληξε ότι αστική τάξη με την μορφή που την γνωρίσαμε στην  Δυτική Ευρώπη, δεν συγκροτήθηκε στην Ελλάδα. Μόνο στις παροικίες αναφύεται ένα υβρίδιο αστικής τάξης με εξαρτημένα όμως χαρακτηριστικά, ενώ ο «λαός» όπως και τα αιτήματα της αριστεράς για αυτοπραγμάτωση χρησιμοποιούνται για την μεταμοντέρνα εκποίηση της χώρας. Το εντυπωσιακό είναι με ότι αυτές τις προκείμενες, ο Κονδύλης , θα διατυπώσει ορθολογικά, δίχως αξιακές, ιδεολογικές και μεταφυσικές εμμονές έναν λόγο,  εξαιρετικής διαύγειας  και  πατριωτικής κατεύθυνσης, που θα του χαρίσει κατά την διάκρισή του, τους νέους «φίλους» και τους νέους «εχθρούς». 


                                                                 B’     


      Η παγκοσμιοποίηση ερμηνεύεται από τον Π.Κονδύλη, ως κυριαρχία της οικονομίας πάνω στην πολιτική και τους θεσμούς,  ως γενικευμένη ανομία, που μπορεί να  εμποδιστεί  μόνο από την ενίσχυση των εθνικών κρατών. Επισημαίνει  ότι «η έμπρακτη αυτονόμηση μιας διεθνοποιημένης ιδιωτικής οικονομίας πάνω από τα κεφάλια αποδυναμωμένων κρατών θα συνεπέφερε μια κατάσταση βαθειάς ανομίας, δηλ. την επιστροφή στο νόμο της ζούγκλας. Όμως, έτσι όπως είναι σήμερα διαρθρωμένη η παγκόσμια κοινωνία, η ανομία μπορεί να καταπολεμηθεί μονάχα με τα παραδοσιακά μέσα του κυρίαρχου κράτους. Τούτη η σύνδεση οικονομικών λειτουργιών με το γιγάντιο μελλοντικό έργο της συγκράτησης της ανομίας θα αποτελέσει μέσα στην αρχόμενη φάση της πλανητικής πολιτικής το θεμέλιο εκείνο, πάνω στο οποίο το κυρίαρχο κράτος θα εξακολουθήσει να υπάρχει σε παλαιότερες και σε νεότερες μορφές»[35]. Επιπρόσθετα  η δεσμευτική ερμηνεία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρέχει το πεδίο παρέμβασης ενός κράτους  σε ένα άλλο, δημιουργώντας αντίστοιχες ανησυχίες για την δυνατότητα κυριαρχίας και ανεξαρτησίας. Από αυτή την οπτική «η κρατική οργάνωση θα είναι το καταφύγιο τόσο των μεγάλων όσο και των μικρών εθνών μπροστά στις αβεβαιότητες των αρχών της οικουμενικής ηθικής και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μόνον ως οργανωμένη κρατική ισχύς μπορεί ένα μεγάλο ή μικρό έθνος να αντισταθεί σε ερμηνείες αυτών των αρχών, τις οποίες θεωρεί ως προπέτασμα για επικίνδυνες ορέξεις άλλων εθνών. Μόνον ως κράτος μπορεί ένα μεγάλο έθνος να αντιμετωπίσει σε περίπτωση ανάγκης ακόμα και ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα. Και μόνον ως κράτος μπορεί ένα μικρό έθνος να μιλήσει ως ίσος προς ίσον μ’ ένα μεγάλο έθνος, εφ’ όσον τόσο το μικρό όσο και το μεγάλο έθνος αποτελούν, το καθένα για τον εαυτό του, ένα κράτος»[36].
       Το δοκίμιο με τον τίτλο «Εθνικισμός, ανάμεσα σε ριζοσπαστικοποιημένη παράδοση και μαζικοδημοκρατικό εκσυγχρονισμό»[37] θα μπορούσε να θεωρηθεί και  ως ο εντοπισμός του χώρου όπου προνομιακά λειτουργεί ο δόλος της ιστορίας, η ετερογονία των σκοπών της ιστορίας,  αφού τα υποκείμενα  που δρουν παράγουν συχνά διαφορετικά αποτελέσματα από αυτά που  επιδιώκουν. Ο εθνικισμός και τα εθνικά κινήματα, διαλύουν πολυεθνικές αυτοκρατορίες, ενώ μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο ο αγώνας κατά της αποικιοκρατίας δημιουργεί νέα έθνη-κράτη, κρατώντας μάλιστα με επιδεικτικό και επίμονο τρόπο τις κόκκινες σημαίες της αριστεράς. Στην θέση των χωριστικών και τοπικιστικών τάσεων ο αστικός εθνικισμός ενοποιεί τον χώρο πολιτικά, οικονομικά και νομοθετικά. Στην εποχή της πλανητικής πολιτικής «η συγκρότηση του έθνους σε ανεξάρτητο κράτος αποτελούσε τη μοναδική δυνατότητα συμμετοχής του σε μια παγκόσμια κοινωνία, από την οποία κανείς δεν μπορούσε να μείνει απ’ έξω χωρίς μακροπρόθεσμα να διαπράξει πολιτική και οικονομική αυτοκτονία»[38] , ενώ το «κάθε έθνος θέλει να πραγματοποιήσει την παραπάνω ένταξη αυτοτελώς, δηλ. θέλει να αναλάβει μόνο του την εκπροσώπηση των συμφερόντων του πιστεύοντας ότι χάρη στην άμεση επαφή με τα υπόλοιπα μέλη της παγκόσμιας κοινωνίας θα μπορούσε να πετύχει περισσότερα για τον εαυτό του- κι επί πλέον ότι η οικονομική του αυτοδιάθεση, δηλ. ο τερματισμός της πραγματικής ή υποτιθέμενης εκμετάλλευσης από ένα ξένο έθνος, θα επιτρέψει την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των πόρων του»[39].
      Ο Π.Κονδύλης εξυμνεί την σημασία του έθνους-κράτους και  καταλήγει ότι «το έθνος αποτελεί την εγγύτερη ελάχιστη πολιτική μονάδα, η οποία μπορεί να διατυπώσει επιθυμίες ανακατανομής τόσο απέναντι στους χθεσινούς ομόσπονδους όσο και  απέναντι στην παγκόσμια κοινωνία (οικονομική και στρατιωτική βοήθεια). Άτομα και ιδιωτικοί σύλλογοι δεν έχουν καμμιά τέτοια δυνατότητα, όποιος επομένως θέλει κάτι να ζητήσει και να πάρει, ενώ συνάμα δεν θέλει να το μοιρασθεί με άλλους, αυτός μπορεί να εμφανισθεί μονάχα ως έθνος υπό την έννοια της εγγύτερης ελάχιστης πολιτικής μονάδας. Το έθνος αποτελεί λοιπόν σήμερα τη μικρότερη δυνατή ομάδα προς επιδίωξη ενός κοινού συμφέροντος μέσα στην παγκόσμια κοινωνία- υπό τον όρο βέβαια ότι θα συγκροτηθεί ως κυρίαρχο κράτος»[40].
      Ιδεολογίες όπως ήταν στο παρελθόν ο προλεταριακός διεθνισμός και στην συνέχεια τα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα, παρέχουν την ευκαιρία στον εκάστοτε κυρίαρχο της δεσμευτικής τους ερμηνείας και συνεπώς την δυνατότητα παρέμβασης στα μικρότερα κράτη. Η εισαγωγή από τα νέα ευρασιατικά κράτη ενός αυταρχικού ψευδοκοινοβουλευτισμού, με προφανή στόχο την κατάκτηση από αυτά των επιπέδων κατανάλωσης της δυτικής κοινωνίας,  θα έχει ως αποτέλεσμα, η ενδεχόμενη αποτυχία του στόχου της να τα στρέψει κατά της Δύσης. Συγχρόνως «το μεγαλύτερο έθνος του κόσμου, το κινέζικο, εξακολουθεί να αντιπαρατίθεται στη Δύση με την κομμουνιστική μεταμφίεση του εθνικισμού του»[41], αλλά ενώ σε κάθε ευκαιρία υπογραμμίζει την διαφορά της παράδοσής του από την δυτική, «απέναντι στη Δύση δεν επιστρατεύεται η παραδοσιολατρία ως κοσμοθεωρία και τρόπος ζωής, παρά αντίθετα η τεχνική ορθολογικότητα προωθείται ανοιχτά και προγραμματικά, παράλληλα με την κατάλυση των παραδοσιακών κοινωνικών δομών ».[42] Είναι εντυπωσιακό- και σε αυτό το σημείο επιβεβαιώνεται η ετερογονία των σκοπών- τα «εκσυγχρονιστικά στοιχεία υιοθετούνται πολύ ευκολότερα κάτω από την παραδοσιακή τους μεταμφίεση, χωρίς να δημιουργείται το ταπεινωτικό αίσθημα ότι πιθηκίζει κανείς τη μισητή Δύση ή προδίδει τη δική του ταυτότητα, ενώ η εντύπωση ότι έτσι κι αλλιώς δεν ξέκοψε ποτέ από την παράδοσή του τον προστατεύει από απογοητεύσεις αν αποδειχθεί ότι η προσπάθεια εκσυγχρονισμού απέτυχε»[43].
      Στο δοκίμιο με τον τίτλο «Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής»[44] διερευνά τις δυνατότητες στρατηγικής του ελληνικού κράτους, σε ένα κόσμο όπου συγχωνεύεται και κυριαρχεί η πλανητική πολιτική. Ξεκινά από την παραδοχή ότι στο νέο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο τα έθνη-κράτη δεν διαλύονται, αλλά αναλαμβάνουν νέους ρόλους, με στόχο την εξασφάλιση μίας θέσης «σε μια πυκνή και έντονα ανταγωνιστική κοινωνία», που όμως συχνά περιορίζεται «σ’ ένα αίτημα στοιχειώδους επιβίωσης»[45]. Οι εθνικοί μύθοι θα μπορούσαν να παίξουν ένα ενεργητικό και θετικό ρόλο υπό τον όρο ότι υπάρχει μια «εθνική ζωτικότητα». Στην ελληνική όμως περίπτωση συγχωνεύονται η περίπτωση ενός φθίνοντος έθνους  με την σύγχυση ανάμεσα στις έμμονες μυθολογικές ιδέες  και την αδυναμία να συνειδητοποιήσει την πραγματική του κατάσταση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν γίνεται στον τόπο μας καμία συζήτηση για ποιες δυνάμεις προωθούν την ευρωπαϊκή ενοποίηση και για ποιους λόγους ενδεχομένως θα τη ματαιώσουν και ποια θα είναι η θέση της χώρας μας,  μέσα σε αυτές τις εξελίξεις.  Αλλά επίσης  κανένας προβληματισμός δεν αναπτύσσεται «για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα»[46].
      Ο Π.Κονδύλης εξετάζει τις «προϋποθέσεις για την άσκηση μακρόπνοης και επιτυχούς εθνικής πολιτικής»[47], δηλαδή «πώς πρέπει να είναι δομημένο ένα έθνος ικανό να αντιμετωπίσει στο πλαίσιο του ανθρωπίνως δυνατού οποιαδήποτε ενδεχόμενα, ακόμα και απότομες μεταλλαγές της συγκυρίας»[48]. Κατ’ αρχήν δεν πρέπει να συγχέονται τα εθνικά δίκαια με τα εθνικά συμφέροντα. Μάλιστα για να έχει πιθανότητα επιτυχίας στην υποστήριξη των συμφερόντων του, θα πρέπει να έχει θετικά Ισχύ (με την πολλαπλή σημασία που έχει ο όρος αυτός στον Κονδύλη) και αρνητικά την απουσία διπλωματικής επιπολαιότητας. Επισημαίνει ότι «όποιος λ.χ.  μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαια » του»[49]. Μπορεί να διεκδικεί κάποιος με  πειθώ και επιτυχία «μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα»[50]. Στα πλαίσια αυτά «καμμιά προστασία και καμμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιάς συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας»[51].
      Στο σημείο αυτό ο Π.Κονδύλης τονίζει το  γεγονός  της «συνεχής και αμετάκλητης γεωπολιτικής συρρίκνωσης του ελληνισμού μετά την καταστροφή του 1922, την οποία ελάχιστα μόνον ανέστειλε η ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα»[52], που διαδέχθηκε μία κατάσταση όπου ο ελληνισμός ήταν ευρύτερος από το κράτος του. Άν ταυτίζεται, πλέον, μαζί του σε μεγάλο βαθμό, αυτό δεν οφείλεται στην διεύρυνση του κράτους όσο στην γεωγραφική συρρίκνωση του έθνους. Την δυσμενή του  κατάσταση θα επιδεινώσει η «απουσία ιστορικών στόχων ικανών να κινητοποιήσουν συνειδητά και μακροπρόθεσμα συλλογικές δυνάμεις. Πάνω σ’ αυτό δεν πρέπει να ξεγελιέται κανείς ούτε από τυποποιημένες πατριωτικές κορώνες ούτε από ανόρεχτες μάχες οπισθοφυλακής που δίνονται για το κυπριακό –ούτε επίσης πρέπει να εκλαμβάνει ως τέτοιο στόχο την «ένταξη στην Ευρώπη»: γιατί προς αυτήν ωθεί μια μαζική επιθυμία καταναλωτικής ευζωίας, η οποία, προκειμένου να πραγματοποιηθεί, δεν θα δίσταζε και πολύ να μετατρέψει την ένταξη σε ταπεινωτική εθνική εκποίηση»[53]. Επιπλέον η γεωπολιτική συρρίκνωση του ελληνισμού, θα συμπληρωθεί «από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του επιπτώσεις, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντας του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι…Ο όρος «παρασιτικός καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή  Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση – και αξιοπρέπεια- ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ΄ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, όπου υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντας τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, όπου έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για   να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό»[54]. Σε αυτή την πολιτική παρασιτισμού, που οδήγησε στο «ξεπούλημα ολόκληρου του έθνους στη διεθνή αγορά»[55] ταυτίζονται όλες οι πολιτικές δεξιές και αριστερές, δικτατορικές και κοινοβουλευτικές. Το τελικό αντιαισθητικό αποτέλεσμα είναι πως «ποτέ άλλοτε το κράτος και το έθνος δεν βρέθηκαν, χάρη στην απλόχερη μεσολάβηση του «πολιτικού κόσμου», σε τόσο αγαστή σύμπνοια με τον χαρτοπαίχτη της επαρχίας και με το τσόκαρο των Αθηνών»[56].
      Την κατάσταση αυτή, όπως μας είναι σήμερα γνωστό, ο ελληνισμός την πληρώνει με πολύ βαρύ τρόπο. Αλλά, ήδη από το 1992, ο Κονδύλης συμπεραίνει πως  η υπερχρέωση του ελληνικού κράτους προκειμένου  να συντηρεί τον παρασιτικό καταναλωτισμό αντί να προβαίνει σε παραγωγικές επενδύσεις «θα περιορίσει πολύ τα περιθώρια των πολιτικών επιλογών»[57], αφού στα μάτια των εταίρων φαντάζει ως «ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης»[58] . Ο ελληνικός λαός έχει εγκλωβιστεί στην παρακμή, η οποία τον εμποδίζει να εκλογικεύσει την κατάσταση του, αλλά και να μεταρρυθμίσει ουσιαστικά το πολιτικό σύστημα. Μάλιστα «ότι ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό∙ αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με την σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων. Οι λίγοι, που έχουν γνώση και συνείδηση, που κάτι είχαν και κάτι διατηρούν μέσα στους ρηχούς, καριερίστες ή απλώς ψευτόμαγκες συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αυτοί τη γλώσσα τους ή μιλούν με πρόσθετες περιστροφές όταν τα θέματα γίνονται οριακά για την πολιτική τους επιβίωση».[59] Η ελληνική εθνική πολιτική είναι θύμα της μικροπολιτικής, ενώ ούτε οι συγκαιρινοί Έλληνες διανοούμενοι μπορούν «να δώσουν ό,τι αδυνατεί να δώσει ο κατά τεκμήριο αρμοδιότερος “πολιτικός κόσμος”».[60] Η προσδοκία ότι η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα επίλυε αυτόματα όλα τα προβλήματα του ελληνισμού, είναι κατά τον Κονδύλη, καθαρά μυθολογική και έωλη. Η γερμανική ενοποίηση θα ενισχύσει μακροπρόθεσμα τις κεντρόφυγες τάσεις[61] και θα ρίξει «το κάθε έθνος πίσω στις δικές του δυνάμεις»[62], ώστε «στους κόλπους της «Ευρώπης» μάλλον θα έχουμε έναν συνασπισμό των ισχυρών με σκοπό ν’ απαλλαγούν από τους αδύνατους ή ανίκανους παρά την αδελφική διανομή προς ανακούφιση όσων ολιγώρησαν ή υστέρησαν»[63]. Θεωρεί ότι αν και δεν μπορούμε να αποδεσμευτούμε από τους διεθνείς οργανισμούς που συμμετέχουμε, ο εκσυγχρονισμός θα διευρύνει τις αντικειμενικές δυνατότητες ανεξαρτησίας, αφού θα ευνοήσει την αποταμίευση και την συσσώρευση έναντι του υπερδανεισμού και την παραγωγή έναντι της παρασιτικής κατανάλωσης. Διαφορετικά θα κυριαρχήσουν δυο μεγέθη, που ενώ εμφανίζονται ότι βρίσκονται σε διάσταση και σύγκρουση, είναι ευθέως ανάλογα και συμμετρικά: ο κοσμοπολίτικος πιθηκισμός και ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός[64]
      Ο Κονδύλης απαντά στον εξ αριστερών οικουμενισμό  και «ειρηνισμό», ότι είναι πολιτικά νήπιο όποιος βλέπει τάσεις υπέρβασης του εθνικού κράτους  και πτώσης των συνόρων αφού «είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα να περνούν τα σύνορά σου στρατιές τουριστών και να τα περνούν τα στρατεύματα ενός γειτονικού κράτους».[65] Σαρκάζοντας την  κατάσταση μας γράφει «η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά»[66].


                                                                        Γ’


      Η σημαντικότερη και πλέον ολοκληρωμένη προσέγγιση της στρατηγικής του ελληνικού κράτους με τον τίτλο «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου», αποτελεί  το επίμετρο της ελληνικής έκδοσης, του σπουδαίου έργου του Π. Κονδύλη, «Θεωρία του πολέμου».[67] Στο  δοκίμιο αυτό συνοψίζονται, αποκρυσταλλώνονται και ολοκληρώνονται σκέψεις που είχε διατυπώσει σε προηγούμενα έργα του. Όμως αντί να αναδειχθεί σε αφορμή για μια σοβαρή ανάλυση της εξέλιξης του ελληνισμού, υπήρξε η αιτία για ένα δημόσιο ιδεολογικό λιντσάρισμα του συγγραφέα και η αφετηρία να αποκλειστεί σχεδόν εξ ολοκλήρου από την ακαδημαϊκή ιδιαίτερα πνευματική κίνηση. Δημοσιογράφοι που όπως είπαμε, γνώριζαν ελάχιστα το έργο του Π.Κονδύλη, ανέλαβαν  το έργο  της δημόσιας διαπόμπευσης και του σιωπηρού αποκλεισμού του. Βεβαίως αυτά συνέβαιναν την στιγμή που στην Γερμανία αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη  γνώριζε σημαντική αποδοχή, αρθρογραφώντας σε μια από τις εγκυρότερες γερμανικές εφημερίδες ενώ μεταθανάτια γίνεται αντικείμενο μεθοδικής  και συστηματικής μελέτης.
      Τι όμως, από όσα υποστήριξε, ενόχλησε περισσότερο; Ο Π.Κονδύλης εξέταζε σε ένα σενάριο βέβαιης και αναπόφευκτης ελληνοτουρκικής σύρραξης, τι δυνατότητες και τι τρόπους είχε για να αντιδράσει το ελληνικό κράτος και έθνος. Λαμβάνοντας υπόψην την διαφορά ισχύος ανάμεσα στα δύο κράτη, τις γεωπολιτικές τους δυνατότητες, την γεωγραφία του ελληνικού αρχιπελάγους, που αποτελείται από απειράριθμα ευάλωτα νησιά, κατέληγε ότι για να έχει πιθανότητες επιτυχίας η ελληνική άμυνα, θα έπρεπε  αφενός να εξετάσει την πιθανότητα προέλασης στην ανατολική Θράκη και αφετέρου να έχει την ικανότητα να επιτύχει το πρώτο και πιο δραστικό κτύπημα, που θα εκμηδένιζε «τα ζωτικά σημεία του εχθρικού δυναμικού»[68]. Πρόκειται για ένα από τα πιο συνηθισμένα σενάρια, που εφαρμόστηκαν με επιτυχία από διάφορα κράτη, σε ανάλογες περιπτώσεις. Μάλιστα ο Π.Κονδύλης τονίζει ότι «το πρώτο πλήγμα το επιβάλλει σήμερα όχι κάποια «πολεμοχαρής » διάθεση, αλλά η λογική των σύγχρονων οπλικών συστημάτων»[69], αλλά και το γεγονός  ότι είναι διαφορετικά πράγματα ο στόχος της άμυνας και η αμυντική διεξαγωγή του πολέμου, αφού η «καθαρά αμυντική διεξαγωγή του πολέμου στερείται νοήματος και είναι πρακτικά αδύνατη»[70]. Επ’ αυτού ενδεικτικό είναι ότι ο Στάλιν, Ρούσβελτ και ο Τσόρτσιλ, δεν σταμάτησαν τα στρατεύματά  τους στα γερμανικά σύνορα, αφού εκδίωξαν τις γερμανικές-ναζιστικές  δυνάμεις από τα ξένα εδάφη που κατείχαν, αλλά τις κυνήγησαν ως την καρδιά του Βερολίνου, ώστε να πετύχουν την πλήρη και συντριπτική νίκη  επί του εχθρού.
      Η προσέγγιση αυτή, που υποτίθεται, θα ωθούσε το ελληνικό κράτος να ξεκινήσει πρώτο μια πολεμική  περιπέτεια  με την Τουρκία, δεν είναι ο λόγος, που οι «ειρηνιστές» και η ιθύνουσα τάξη, οδηγήθηκαν από κοινού στην θορυβώδη καταδίκη του Π.Κονδύλη και στην συνέχεια στον σιωπηρό αποκλεισμό του από την δημόσια συζήτηση. Στην πραγματικότητα οι λόγοι είναι εντελώς διαφορετικοί.
      Στο δοκίμιο  και στα άρθρα που ακολούθησαν, ο Π.Κονδύλης τονίζει ότι οι πολεμικές ενέργειες που περιγράφει αναφέρονται σε ένα χρόνο, όπου όλα τα άλλα μέσα έχουν εξαντληθεί και ο πόλεμος πλέον είναι αναπόφευκτος, ενώ τονίζει ότι «η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή».[71]  Όμως έπραξε κάτι άλλο που δεν μπορούσε να  του συγχωρεθεί. Τόνισε, σε μια εποχή που τα ευρωπαϊκά ιδεολογήματα είχαν υπαρξιακή σημασία για τις ελληνικές ελίτ, ότι η Ευρώπη απέχει πολύ από το να είναι η οριστική λύση του ελληνικού οικονομικού προβλήματος,  όπως και ότι  είναι εξωπραγματικό να πιστεύουμε ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί οποιαδήποτε στρατιωτική απειλή  από το γεγονός και μόνο ότι συμμετέχουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η επιλογή της Ευρώπης δεν υπήρξε μια προσπάθεια για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας αλλά «η διαφοροτρόπως καρυκευμένη και μεταμφιεσμένη επιθυμία άλλοι να μας ταΐζουν και άλλοι να φυλάνε τα σύνορά  μας»[72]. Επιπρόσθετα  αποδόμησε τα ιδεολογήματα που διακινούνταν από πιο σοβαρές ελληνικές εφημερίδες, αφού τόνισε ότι ούτε το εμπόριο αντικαθιστά τον πόλεμο, ούτε ο υποτιθέμενος εξευρωπαϊσμός και εκδημοκρατισμός της Τουρκίας θα ακυρώσει τις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες. Η τουρκική αστική τάξη δεν έχει λόγο να μην υποστηρίξει την γεωπολιτική εξόρμηση του τουρκικού κράτους, ενώ το τουρκικό προλεταριάτο, όπως έπραξε και το ευρωπαϊκό προλεταριάτο στο παρελθόν, δεν πρόκειται να συμμεριστεί την  αρχή «οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε», αλλά μπορεί εξίσου ένθερμα να ακολουθήσει μια πολεμική περιπέτεια από την λεία της οποίας να προσδοκά οφέλη.
      Ο Π.Κονδύλης επαναλαμβάνει την διαπίστωση  της συρρίκνωσης του ελληνισμού, στον τελευταίο αιώνα, όπου το έθνος σταδιακά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα εκτεταμένα εδάφη που απλωνόταν  και  περιορίστηκε σε ένα μικρότερο κράτος. Γράφει: «πρόκειται για μιαν εξαιρετικά πυκνή αλυσίδα εθνικών καταστροφών μέσα σε διάστημα ελάχιστο από ιστορική άποψη- εβδομήντα μόλις χρόνια»[73]. Στην τραγική αυτή εξέλιξη «το ελληνικό κράτος δεν στάθηκε σε καμία φάση ικανό να προστατεύσει αποτελεσματικά τον ευρύτερο ελληνισμό και να αναστείλει τη συρρίκνωση ή τον αφανισμό του. Απεναντίας μάλιστα, το 1974 την καταστροφή την προκάλεσε, άμεσα τουλάχιστον, η ολέθρια πραξικοπηματική ενέργεια που προήλθε από τη μητροπολιτική Ελλάδα. Και αν αυτά τα έκαμαν οι δικτάτορες, οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις σίγουρα δεν έχουν λόγους να είναι υπερήφανες για τη χλιαρή έως ανύπαρκτη αντίδραση τους απέναντι στον ξεριζωμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου. Η αποδεδειγμένη ανικανότητα του ελληνικού κράτους να υπερασπίσει το ελληνικό έθνος- δηλαδή να επιτελέσει  την κατ’ εξοχήν αποστολή του- συνιστά το πιο δυσοίωνο σημάδι για το μέλλον. Γιατί ήδη το ελληνικό κράτος βαθμηδόν φανερώνεται ανήμπορο να προστατεύσει ακόμα και το έθνος που βρίσκεται εντός των συνόρων του»[74].
      Το τουρκικό κράτος, που μετά την διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, περιορίστηκε και αυτό σημαντικά, χάρις όμως την προσωπικότητα του Κεμάλ δεν οδηγήθηκε στον μαρασμό, ούτε στον αποκλεισμό μίας μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής , αλλά  τράφηκε από  «ένα αίσθημα ανάτασης και με μια νέα συλλογική μυθολογία»[75].  Η ραγδαία  δημογραφική αύξηση της Τουρκίας συνιστά μια αχαλίνωτη στοιχειακή δύναμη που την ωθεί προς την επέκταση. Τα ίδια χαρακτηριστικά έχει στα Βαλκάνια, ο αλβανικός πληθυσμός, γεγονός που θα το οδηγήσει σε μια αντίστοιχη συμπεριφορά.  Ένας άλλος αρνητικός παράγοντας, είναι το γεγονός ότι το ΑΕΠ της Ελλάδος όπως και της Κύπρου διαχρονικά περιορίζεται με δραματικούς ρυθμούς έναντι της Τουρκίας, αλλά και τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο την ανισορροπία αυτή. Η τουρκική οικονομία έχει παραγωγικά χαρακτηριστικά – με αιχμή τις πολεμικές της βιομηχανίες-, ενώ η ελλαδική και κυπριακή επικεντρώνονται στην παροχή υπηρεσιών με αποτέλεσμα να καλλιεργούν τον παρασιτισμό και την εξάρτηση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο μοναδικός παράγοντας που θα μπορούσε να επιβραδύνει ή να αναστείλει την τουρκική γεωπολιτική επέκταση είναι «μονάχα μια ισχυρή εθνικιστική και επεκτατική Ρωσία».[76] Η Ε.Ε. δεν πρόκειται να υπερασπιστεί την Ελλάδα, αλλά αντίθετα επειδή δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της Τουρκίας, θα «επιδιώκει να την κατευνάσει με ελληνικά έξοδα, πιέζοντας δηλαδή την Ελλάδα να δεχθεί τις τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Κύπρο»[77],  ώστε ενώ η «Ελλάδα προσανατολίστηκε  ψυχή τε και σώματι στην «Ευρώπη»  για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο ευρωπαϊκός της προσανατολισμός θα μεταβληθεί σε όργανο de factoμετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας. Η τουρκική επιρροή θα ασκείται πάνω στην Ελλάδα όχι άμεσα, αλλά –κάπως μετριασμένη- μέσω των ευρωπαϊκών και των αμερικάνικων αγωγών, και δεν αποκλείεται η ελληνική πλευρά, ανίσχυρη κι αναζητώντας παρηγοριές ή εκλογικεύσεις, ν’ αρχίσει κάποτε να θεωρεί κι η ίδια τις υποχωρήσεις  έναντι της Τουρκίας ως αυτονόητο μέρος και αυτονόητο καθήκον του «εξευρωπαϊσμού»  της- αφού μάλιστα οι «πολιτισμένοι άνθρωποι», που έχουν ξεπεράσει τους «εθνικιστικούς αταβισμούς», δεν ξεκινούν πολέμους για πράγματα τόσο απαρχαιωμένα μέσα στον εκλεπτυσμένο μας κόσμο όσο είναι δα τα κυριαρχικά δικαιώματα. Μήπως αυτά σημαίνουν ότι η Ελλάδα οφείλει να ξεκόψει από τις σημερινές της συμμαχίες; Βεβαίως όχι, καθώς εναλλακτική λύση δεν υπάρχει»[78], αλλά και  «καμμιά  συμμαχία και καμμιά προστασία δεν κατασφαλίζει όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης»[79].
      Με βάση αυτή την οπτική η Ελλάδα μεταβάλλεται σε χώρα με περιορισμένα κυρίαρχα δικαιώματα, γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας ενώ θα είναι κέρδος- γράφει το 1998- αν δεν χάσει εδάφη. Ο ελληνικός λαός βυθίζεται στις απαιτήσεις της βραχυπρόθεσμης αυτοσυντήρησης του και αποδέχεται ως χαρακτηριστικό στοιχείο της ύπαρξής του, τον παρασιτικό καταναλωτισμό. Βεβαίως «μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναρπατίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό  κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους –ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο∙ γιατί, αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική;»[80] Ο μοναδικός, κατά τον Π.Κονδύλη, έλληνας πολιτικός, που μπορούσε να εκμεταλλεύεται με αριστοτεχνικό τρόπο τις διεθνείς συγκρούσεις και αντιφάσεις, ώστε να κερδίζει το μέγιστο όφελος για την χώρα του, υπήρξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος.
      Ο Π.Κονδύλης θα  απαντήσει στις αιτιάσεις και επικρίσεις που δέχθηκε με το άρθρο που’ χε  τίτλο «Ιδεολογίες και εθνική στρατηγική» που θα δημοσιεύθηκε  στην εφημερίδα Βήμα στις 4.1.1998[81]. Επισήμανε την απουσία ενός αξιόπιστου θεσμικού πλαισίου, που αποτρέπει την κομματική εκμετάλλευση των εθνικών θεμάτων. Συμπέρανε ότι «οι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική –όχι το παρελθόν, ούτε η φυλή και ο πολιτισμός. Η φυλετική και πολιτισμική υποτίμηση της Τουρκίας ενέχει τον κίνδυνο της στρατηγικής της υποτίμησης, αφού συνεπάγεται ότι η δήθεν ανώτερη ελληνική ποιότητα μπορεί να εξουδετερώσει την τουρκική ποσότητα∙ είναι βέβαια γνωστό πως τιμωρείται η στρατηγική υποτίμηση του αντιπάλου όταν, π.χ., παρασύρει στην κήρυξη πολέμου»[82]. Επιτέθηκε  τόσο κατά των «ειρηνιστών», των οικουμενιστών, των ευρωπαϊστών  όσο και κατά των εθνικιστών.  Οι τελευταίοι βύθισαν την χώρα στον παρασιτικό καταναλωτισμό και μοιραία στην εξάρτηση από τους ξένους δανειστές. Οι «ειρηνιστές», αν ήταν συνεπείς προς όσα ισχυρίζονται, θα έπρεπε «να ζητούν ρητά τη διάλυση των ενόπλων δυνάμεων, αφού έτσι κι αλλιώς αποκλείουν τον πόλεμο και πιστεύουν στην παντοδυναμία του «διαλόγου μεταξύ λογικών ανθρώπων». Είναι προφανές γιατί δεν τολμούν να το κάμουν: ακόμη και οι ηθικολόγοι φοβούνται τις λεμονόκουπες»[83].
        Η εθνική στρατηγική, κατά την βεμπεριανή αξιολογική ουδετερότητα, «δεν είναι ούτε «δεξιά», ούτε «αριστερή», ούτε «εθνικιστική», ούτε «διεθνιστική». Είναι τα πάντα, ανάλογα με τις επιταγές της συγκεκριμένης κατάστασης. Αλίμονο στη χώρα και στην πολιτική της ηγεσία αν ερμηνεύει τη συγκεκριμένη κατάσταση με βάση «δεξιές» ή «αριστερές» προτιμήσεις, αντί να προσαρμόζει τις προτιμήσεις στην κατά το δυνατόν ψυχρή ερμηνεία της συγκεκριμένης κατάστασης»[84]. Αναφερόμενος δε στο αποφασιστικό πρώτο πλήγμα, γράφει ότι στην Γαλλία, στην Αγγλία ή στις ΗΠΑ «τα πάντα, ακόμη και τα πιο απίθανα σενάρια πολέμου, γίνονται εδώ αντικείμενο εξέτασης και στάθμισης, και το κύριο μέλημα των αναλυτών δεν είναι να εκφράσουν τα ιδεολογικά τους γούστα (λες και δεν υπάρχει σοβαρότερο πράγμα στον κόσμο από αυτά ), παρά να εξονυχίσουν δεδομένα και δυνατότητες προκειμένου να διευκολύνουν την υπεύθυνη ηγεσία στο έργο της. Η προσπάθεια επιβολής ιδεολογικής λογοκρισίας στις στρατηγικές συζητήσεις, όσο και αν καλύπτεται πίσω από υψιπετείς ηθικολογίες, δεν αποτελεί μόνον ένδειξη πνευματικού επαρχιωτισμού. Προ παντός βλάπτει τον τόπο»[85]. Βεβαίως δεν είναι αντίθετος να εξετάσουμε την δυνατότητα  ενός έντιμου συμβιβασμού με την Τουρκία, αρκεί «ότι αυτός θα είναι τελειωτικός, ότι δηλαδή η άλλη πλευρά δεν θα τον χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο νέων αξιώσεων, οπότε σε λίγα χρόνια ή λίγους μήνες θα επιδεινωνόταν η κατάσταση σε σχέση με πριν»[86].
      Σε συνέντευξη του Π.Κονδύλη στον γράφοντα, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Νέα Κοινωνιολογία(τ.25 Άνοιξη 1998)[87] συνοψίζει και επαναλαμβάνει σκέψεις και συμπεράσματα που είχε εν πολλοίς διατυπώσει σε άλλα έργα του. Θεωρεί το δημογραφικό, ως  το σημαντικότερο πρόβλημα του ελληνισμού.  Αξιολογεί τον αλβανικό εθνικισμό, ως πιο επικίνδυνο από εκείνο της FYROM και με αναθεωρητικές στο μέλλον προθέσεις, ακριβώς διότι θεμελιώνεται στη γοργή δημογραφική μεγέθυνση. Θεωρεί ανέφικτη την βαλκανική συνεργασία διότι αυτή προϋποθέτει κατασταλαγμένες κρατικές οντότητες, που όμως δεν υπάρχουν, με αποτέλεσμα καθεμία  από αυτές να αναζητά εξωβαλκανικά στηρίγματα. Βεβαίως δεν εξετάζει το ενδεχόμενο συνεργασίας ορισμένων και όχι όλων των βαλκανικών κρατών, υπό την πίεση της τουρκικής επιθετικότητας. Σε ερώτημα για την μελλοντική ανάδυση του πολιτισμού των  κοινοτήτων- κοινός στα περισσότερα βαλκανικά κράτη σε κάποιες περιόδους της ιστορίας τους- αντιλέγει, αν και αποδέχεται την σημασία της αποκέντρωσης ορισμένων εξουσιών, ότι μια τέτοια εξέλιξη προϋποθέτει την παρουσία ισχυρής κεντρικής εξουσίας. Κατακεραυνώνει για πολλοστή φορά  τον παρασιτικό καταναλωτισμό, που υποθηκεύει μακροπρόθεσμα την ανεξαρτησία του ελληνισμού ενώ τονίζει πώς  «ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολιτικός πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους».[88] Αυτό που ίσως δεν μπορούσε, να προβλέψει, είναι ότι μπορεί οι δύο τάσεις να ενσαρκώνονται κάποτε στο ίδιο πρόσωπο, στον ίδιο στοχαστή.  Συγκρίνοντας επίσης τον αντικαπιταλισμό που αρχικά είχε ο συντηρητισμός στις δυτικές κοινωνίες, με τον αντίστοιχο που εμφανίζεται ιστορικά στην ελληνική κοινωνία, συμπεραίνει ότι ο ελληνικός συντηρητικός αντικαπιταλισμός  έλαβε την μορφή ή του  βυζαντινού κοινοβιακού-μοναστικού ιδεώδους ή εκείνης του ρομαντικού αντικαπιταλισμού που εκπροσώπησαν στοχαστές  σαν τον Ι. Δραγούμη.
      Ο Κονδύλης επαναλαμβάνει ότι η ενίσχυση της Ρωσίας μπορεί να συγκρατήσει τις τουρκικές φιλοδοξίες, ενώ τονίζει ότι δεν είναι βέβαιο ότι η Ελλάδα αποτελεί για την Ευρώπη «αναπόσπαστο τμήμα ή διαπραγματεύσιμη επαρχία»[89]. Τελειώνει με την απόφανση ότι «δεν είμαι «εθνικιστής», και δεν θα στενοχωριόμουν καθόλου αν με τη συναίνεση όλων καταλύονταν τα εθνικά σύνορα και οι εθνικοί στρατοί. Όμως είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα η κατάργηση ενός εθνικού κράτους μαζί με όλα τα άλλα και η διάλυση ή ο ακρωτηριασμός του γιατί ένα γειτονικό κράτος είναι ισχυρότερο και επιθετικότερο»[90].   
       Στο διάστημα που πέρασε από τότε, που ο αναπάντεχος φυσικός θάνατος, αναγκαστικά διέκοψε το έργο του Κονδύλη, πολλές τάσεις κινήθηκαν με τον τρόπο που αυτός επεσήμανε. Επιπλέον πολλά γεγονότα έγιναν με τον τρόπο που αυτός ανέμενε. Η ελληνική πολιτική τάξη χρεοκόπησε παρασύροντας στην πτώση της και την χώρα μας. Οι ευθύνες όσων την ανέχτηκαν δεν είναι ευκαταφρόνητες. Συγχρόνως η δημόσια διοίκηση, παρά τις θορυβώδεις φιλοευρωπαϊκές διακηρύξεις της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό, από την ανώτερη μέχρι την κατώτερη βαθμίδα, αναποτελεσματικά, με τα οθωμανικά πρότυπα του δοσίματος και της μίζας. Η οικονομία διατήρησε τον παρασιτικό της χαρακτήρα, γι’ αυτό και στην κορύφωση της κρίσης, το 2009,  το έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών ανήλθε στο 30% του ΑΕΠ. Φυσικά το ελληνικό κράτος αγνόησε επιδεικτικά το έργο του Κονδύλη και  δεν διαμόρφωσε ένα αξιόπιστο θεσμικό πλαίσιο, δίχως κομματικές ή άλλες δεσμεύσεις, για να είναι σε θέση να παράγει επιτυχή και αποτελεσματική πολιτική. Εξακολουθεί να είναι εγκλωβισμένο στην κομματοκρατία και σε ιδεοληψίες που παράγουν ιδρύματα, που εν μέρει χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό, όπως είναι το ΕΛΙΑΜΕΠ, ώστε ο καθορισμός στόχων και αποστολής και η επιλογή των κατάλληλων μέσων για την επίτευξή τους, να παραμένει γι’ αυτό ένα πολύ μακρινό ενδεχόμενο.
      Η νέο-οθωμανική Τουρκία διεύρυνε, σε όλα τα μεγέθη, την διαφορά ισχύος από το ελλαδικό και κυπριακό κράτος. Όμως οι υπερφίαλες φιλοδοξίες της, την φέρνουν σε σύγκρουση με άλλες δυνάμεις της περιοχής όπως είναι οι Κούρδοι και το Ισραήλ. Η χώρα μας δεν απώλεσε μέρος της εδαφικής της ακεραιότητας, αλλά μεταβλήθηκε συνολικά σε κράτος με περιορισμένη κυριαρχία. Η οικονομία και η πολιτική της υπαγορεύονται από αλλότριες δυνάμεις, καταστρατηγώντας πολλαπλά το σύνταγμα της  και λειτουργώντας πολιτικά υπό καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Ο νέο-οθωμανισμός απόκτησε ερείσματα οικονομικά και πολιτικά, εξαγόρασε λιμάνια, ξενοδοχεία, ελληνικές επιχειρήσεις, κατέκτησε συμπάθειες και προσβάσεις στον χώρο του πολιτισμού και των επιχειρήσεων και έγινε σε μεγάλο βαθμό εσωτερική ελληνική υπόθεση. Το δημογραφικό εξακολουθεί να έχει την ίδια δραματική τροπή, από τον χρόνο που ο Π.Κονδύλης είχε εντοπίσει το πρόβλημα, αλλά και την ίδια αμέριμνη, ανεύθυνη και αδιάφορη αντιμετώπιση από τις εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις. Οι αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου, τα κοιτάσματα φυσικού αερίου που βρέθηκαν στην Κύπρο και αυτά που ενδεχομένως υπάρχουν στην ελλαδική ΑΟΖ , φέρνουν νέες γεωπολιτικές δυνατότητες αλλά και νέους κινδύνους  για την χώρα μας. Για παράδειγμα η επιλογή από την Ελλάδα να διέλθει από την χώρα μας ο αζέρικος αγωγός ΤΑR  ενίσχυσε την θέση  της Τουρκίας αλλά και των ΗΠΑ έναντι της Ρωσίας. Στην περίπτωση της Κύπρου, οι ΗΠΑ πιέζουν, το φυσικό αέριο να μεταβιβάζεται με αγωγό προς την Τουρκία και όχι δια μέσου του ελληνικού χώρου. Αν κάτι τέτοιο συμβεί υποβιβάζεται περαιτέρω ο γεωπολιτικός ρόλος της χώρας μας έναντι της Τουρκίας, ενώ η Κύπρος και το Ισραήλ καθίστανται όμηροι των τουρκικών προθέσεων.
       Στον ευρωπαϊκό χώρο, η Γερμανία νοιώθει αρκετά ισχυρή ώστε να μην την απασχολεί, αν  οι επιλογές  της, μπορεί να οδηγήσουν σε διάλυση της Ευρώπης. Προφανώς και δεν έχει πλέον λόγους να τροφοδοτεί τον ελληνικό παρασιτισμό και ευδαιμονισμό.  Οι γερμανικές εταιρείες έπαιξαν βασικό ρόλο τον εκμαυλισμό των Ελλήνων πολιτικών, γεγονός που άλλωστε  επέτεινε την εξάρτηση από την γερμανική πολιτική και την αδιαμαρτύρητη αποδοχή της, όσο και αν αυτή έβλαπτε τα ελληνικά συμφέροντα. Παραμένει ορθή η σκέψη του Π.Κονδύλη ότι έναντι της διεθνούς παρεμβατικότητας και ανομίας τα εθνικά κράτη είναι το σταθερότερο, ίσως  και μοναδικό, ανάχωμα.
       Συνοψίζοντας και επισκοπώντας, το έργο του Π.Κονδύλη, όσον αφορά το εθνικό ζήτημα,  καταλήγουμε ότι αυτό δεν αποτελεί, ούτε μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν μνημείο, ή θρησκευτικό κειμήλιο, αλλά σαν μια κληρονομιά υψηλού πνευματικού ήθους και μια απαραίτητος μέθοδος για να αντιμετωπίζουμε και να ερμηνεύουμε την συγκεκριμένη πραγματικότητα, αξιολογικά ουδέτερα, χωρίς κανενός είδους ιδεοληπτικές δεσμεύσεις ή φορτίσεις.



       Ιανουάριος- Μάρτιος 2014.





      [1] Π.Κονδύλης, απαντήσεις σε δέκα ερωτήματα του MarinTerpstra, στο Αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998,σελ. 23.
      [2] Π.Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση, εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1991, σελ.99.
      [3] Π.Κονδύλης απαντήσεις σε οκτώ ερωτήματα του Σ.Τσακνιά, στο Αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998,σελ. 56,57.
      [4] Ό. π., σελ. 79,80.
      [5] Π.Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού- από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1995, σελ. 9-47.
      [6] Ό. π. , σελ.47.
      [7] Ό. π., σελ.46.
      [8] Ό. π., σελ.47.
      [9] Ό. π., σελ.47.
      [10] Ό. π.,σελ.47.
      [11] Ό. π., σελ.16.
      [12] Ό. π.,  σελ.17.
      [13] Κ. Μάρξ-Φρ. Ένγκελς, Η Ελλάδα, η Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1985, εισαγωγή- μετάφραση- υπομνηματισμός Π.Κονδύλη,σελ.44
      [14] Ό. π.,  σελ.45-46.
      [15] Π.Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού- από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1995, σελ. 19.
      [16] Ό. π., σελ.26.
      [17]Ό. π.,  σελ.23.
      [18] Γιώργος ΚαραμπελιάςΜικρομεσαία Δημοκρατία, εκδόσεις Κομμούνα, Αθήνα 1982.
      [19] Π.Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού- από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1995, σελ. 29.
      [20] Π.Κονδύλης, Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός-οι φιλοσοφικές ιδέες, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1988, σελ. 91.
      [21] Ό. π.,  σελ.91.
      [22] Ό. π.,  σελ.31.
      [23] Π.Κονδύλης, Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός-οι φιλοσοφικές ιδέες, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1988, σελ. 234.
      [24] Π.Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού- από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1995, σελ. 32.
      [25]Ό. π., σελ.35.
      [26] Ό. π., σελ.37.
      [27] Ό. π., σελ.39.
      [28] Ό. π., σελ.41.
      [29] Ό. π.,. σελ.41.
      [30] Ό. π., σελ.41.
      [31] Ό. π., σελ.41.
      [32] Ό. π., σελ.42.
      [33] Ό. π.,  σελ.43.
      [34] Ό. π.,  σελ.44.
      [35] Π.Κονδύλης, Πλανητική μετά τον ψυχρό πόλεμο, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1992, σελ.48.
      [36] Ό. π.,  σελ.48,49.
      [37] Π.Κονδύλης, Πλανητική μετά τον ψυχρό πόλεμο, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1992, σελ.48, σελ.71-86.
      [38] Ό.,π.σελ.75.
      [39] Ό.,π.σελ.76.
      [40] Ό.,π.σελ.77.
      [41] Ό.,π.σελ.79.
      [42] Ό.,π.σελ.79.
      [43] Ό.,π.σελ.82.
      [44] Ό.,π.σελ.151.
      [45] Ό.,π.σελ.152.
      [46] Ό.,π.σελ.153.
      [47] Ό.,π.σελ.155.
      [48] Ό.,π.σελ.155.
      [49] Ό.,π.σελ.156.
      [50] Ό.,π.σελ.156.
      [51] Ό.,π.σελ.156.
      [52] Ό.,π.σελ.157.
      [53] Ό.,π.σελ.158.
      [54] Ό.,π.σελ.159.
      [55] Ό.,π.σελ.160.
      [56] Ό.,π.σελ.160,161.
      [57] Ό.,π.σελ.161.
      [58] Ό.,π.σελ.161.
      [59] Ό.,π.σελ.170.
      [60] Ό.,π.σελ.171.
      [61] Ό.,π.σελ.173.
      [62] Ό.,π.σελ.173.
      [63] Ό.,π.σελ.173.
      [64] Ό.,π.σελ.176.
      [65] Ό.,π.σελ.177.
      [66] Ό.,π.σελ.178.
      [67]Π.Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1998, σελ.435..
      [68] Ό. π., σελ.397.
      [69] Ό. π., σελ.397.
      [70] Ό. π.,  σελ.398.
      [71] Ό. π., σελ.410.
      [72] Ό. π.,  σελ.389.
      [73] Ό. π.,  σελ.384.
      [74] Ό. π.,  σελ.385.
      [75] Ό. π.,  σελ.385.
      [76] Ό. π.,  σελ.392.
      [77] Ό. π.,  σελ.408.
      [78] Ό. π., σελ.409.
      [79] Ό. π., σελ.409.
      [80] Ό. π., σελ.411.
      [81] περιλαμβάνεται στο Π.Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21οαιώνα-Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1998, σελ.181-188.
      [82] Ό.π.σελ.182,183.
      [83] Ό.π.σελ.187.
      [84] Ό.π.σελ.184.
      [85] Ό.π.σελ.185.
      [86] Ό.π.σελ.186.
      [87] Απαντήσεις σε δέκα ερωτήματα του Σπύρου Κουτρούλη, στο  Π.Κονδύλης, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, εκδόσεις ΝεφέληΑθήνα 1998, σελ. 87 -144.
      [88] Ό. π. σελ. 125.
      [89] Ό. π. σελ. 143.
      [90] Ό. π. σελ. 143,144.

      ______________
      *από το: